Google+ Ένας παλαιός εκδοτικός οίκος και ένας παλαιός φιλόσοφος της επιστήμης. : Biology4u.gr

Ένας παλαιός εκδοτικός οίκος και ένας παλαιός φιλόσοφος της επιστήμης.

Έχει καταχωριστεί στις κατηγορίες: ΠΡΟΣΩΠΑ από στις 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ίσως οι μεγαλύτεροι από τους αναγνώστες του b4u να θυμούνται έναν παλαιό εκδοτικό οίκο, που είχε δεσπόσει στην ελληνική αγορά του βιβλίου για περισσότερο από 50 χρόνια. Πρόκειται για τον εκδοτικό οίκο Φέξη, που στα χρόνια της έντονης εκδοτικής δραστηριότητάς του, προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στη διάδοση των επιστημών και την καλλιέργεια των γραμμάτων στη χώρα μας.

Θα μου πείτε πώς θυμήθηκα αυτόν τον εκδοτικό οίκο; Προσπαθώντας λοιπόν να βάλω μια τάξη στο σωρό των βιβλίων που είχαν μαζευτεί στην αποθήκη έπεσα πάνω σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1965 από τις εκδόσεις Φέξη, με τίτλο “Πέρα από την Επιστήμη”. Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας του Loren Eiseley είχε συγκεντρώσει μια εξαιρετική σειρά διαλέξεων που είχε δώσει, ως καθηγητής της Φιλοσοφίας των επιστημών του Πανεπιστημίου του Σινσιννάτι.

Loren Eiseley 1907-1977

Προσεγγίζοντας λοιπόν, μέσω της ποιητικής γλώσσας θέματα της Εξέλιξης και τη Οικολογίας πετύχαινε ταυτοχρόνως δύο στόχους: Να τα κάνει προσιτότερα στον αμύητο αναγνώστη αλλά και να φωτίσει πτυχές τους, που διέφευγαν ακόμη και από τον πιο μυημένο. Τα γραπτά του ενέπνευσαν το περιβαλλοντικό κίνημα και ανέδειξαν τις σχέσεις ανάμεσα στο Φυσικό Κόσμο και τον άνθρωπο.

Ας μη πολυλογώ όμως. Διαβάστε τη διάλεξη με τίτλο: Πόσο φυσικό είναι το «φυσικό»; και ίσως συμφωνήσετε πως άξιζε τον κόπο η ανάρτησή της και ο χρόνος που αφιερώσατε για να τη διαβάσετε. 

Στους πιο άσημους επιστημονικούς κύκλους όπου συχνάζω, κυκλοφορεί ένας θρύλος για έναν διάσημο φυσικό, πεθαμένο τώρα, πού στα χρόνια της παρακμής του, επέμενε να φοράει τεράστια παπούτσια, πολύ φαρδιά γι’ αυτόν. Είχε αποκτήσει έναν τελείως παράλογο— κατά τους συναδέλφους του — φόβο, μήπως πέσει μέσα στα κενά του τεράστιου μοριακού χώρου, που οι συνηθισμένοι άνθρωποι, μεσ΄στην τρέλλα τους, τον ονομάζουν«κόσμο τους». Μια βόλτα στο λίβιγκ – ρούμ του είχε γίνει, γι΄αυτόν, κάτι τόσο ιλιγγιωδώς επικίνδυνο, σάν τή δουλειά εκείνων πού καθαρίζουν τα παράθυρα του Έμπάϊρ Σταίητ Μπίλντιγκ. Με την ίδια «λογική», θάπρεπε να φοβάται μήπως το χέρι του περνούσε ανάμεσα άπ΄τα πλευρά του.

Το ευαίσθητο πλέγμα των νεύρων του, η λειτουργία της σκέψης του, είχαν γίνει γι΄αυτόν ένα σύννεφο από ηλεκτρόνια, σπαρμένα στις αχανείς αποστάσεις ετών φωτός, που μας συνδέουν με τους μακρυνότερους γαλαξίες. Αυτός ήταν ο φυσικός κόσμος που ο ίδιος είχε βοηθήσει να δημιουργηθεί, και στον οποίο, τελικά, είχε βρεθεί μόνος κι΄αιχμάλωτος. Γύρω του, οι αμαθείς εξακολουθούσαν να έχουν την αυταπάτη των υλικών βάθρων, και να πηδούν, χωρίς να το βλέπουν, από μόριο σε μόριο, πάνω από μιαν απύθμενη άβυσσο. Ήταν μάλιστα αμφίβολο αν τα μόρια που τους συγκρατούσαν είναι πραγματικά. Άλλοι πουλούσαν εφημερίδες χωρίς υλική υπόσταση ή έκαναν έρωτα χωρίς επίσης υλική υπόσταση.

Πριν από λίγο, γνώρισα έναν άλλο κόσμο, εξ ίσου φυσικό και πραγματικό, που ο άνθρωπος αρχίζει να τον ξεχνά. Βρισκόμουν στη Νέα Αγγλία, σε μια τεχνητή λίμνη όπου ταχύτατες βενζινάκατοι πηγαινοέρχονται, γεμάτες νέους κι΄ ελκυστικές κοπέλλες. Οι ακτές αντηχούσαν απ΄ το θόρυβο των μηχανών και τις κραυγές χαράς των νεαρών Αμερικανών, που κρατούσαν στα χέρια τους μια μεγάλη ιπποδύναμη.

Καθώς τα κοιτούσα αυτά, ένιωσα την επιθυμία να κολυμπήσω ή να πάω με κανό στην παλιά, φυσική λίμνη, κατά το δάσος που βρισκόταν άλλοτε σε τούτη την περιοχή. Φυσικά, η ιδέα να μείνουν όλα όπως άλλοτε ήταν ανεδαφική. Θα μ΄έκαναν χίλια κομμάτια οι νεαροί, που τα μάτια τους ήταν καρφωμένα στους μακρινούς ορίζοντες, ή στους μετρητές πούδειχναν την ταχύτητα της διαβάσεως τους. Κι΄όμως, υπήρχε ένας άλλος κόσμος στα ρηχά νερά της λίμνης, εκεί όπου οι βενζινάκατοι δεν μπορούσαν να φτάσουν — κι΄ήταν γραφτό να τον ανακαλύψω.

Ένα ηλιόλουστο πρωί, που καθόμουν στην όχθη, είδα μια μαύρη σκιά ν΄ανεβαίνει γρήγορα απ΄ το βυθό, μες στα διάφανα νερά. Ήταν το πρώτο σημείο ζωής που είχα δει σε τούτη τη λίμνη, που οι όχθες της δεν φαίνονταν να ξεβράζουν τίποτ΄άλλο παρά άδεια κονσερβοκούτια. Σιγά – σιγά, η σκιά έπαψε να γλιστράει από πέτρα σε πέτρα, στο βυθό, κι΄εντελώς απροσδόκητα, κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Μια τριχωτή μουσούδα με γκρίζα μουστάκια βγήκε στην επιφάνεια, κρατώντας κάτι φύκια. Ένας μοσχοπόντικας ζούσε ακόμα στη λίμνη. Κι΄είχε πάει να φέρει το φαγητό του.

Κάθησα εντελώς ακίνητος στη θέση μου. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο μοσχοπόντικας ήρθε σχεδόν ως τα πόδια μου, με το πράσινο γεύμα του. Ήταν μικρός, και γρήγορα κατάλαβα πως είχε την αυταπάτη, ότι άνθρωποι και ζώα ζούσαν ακόμα στον Κήπο της Εδέμ. Με κοιτούσε πότε – πότε φιλικά, καθώς τσιμπούσε τα φύκια του. Κάποια στιγμή μάλιστα ξαναμπήκε στη λίμνη και γύρισε στα πόδια μου με περισσότερα φύκια. Δεν θάχε ακούσει πολλά για τους ανθρώπους. Ανατρίχιασα. Το προηγούμενο βράδυ, είχα ακούσει κάποιον να περιγράφει μ΄ενθουσιασμό, πώς είχε σκοτώσει ένα ποντίκι στον κήπο του, επειδή το ζώο είχε το θράσος να ροκανίσει τα φυτά του. Μου είχε δείξει μάλιστα το όργανο του εγκλήματος, ένα μυτερό τούβλο.

Σ΄αυτή την ευχάριστη όχθη, γινόταν ένας πόλεμος, που θα συνεχιζόταν ώσπου να μη μείνει παρά μόνο ο άνθρωπος. Κι’ όμως, αυτό το πλάσμα με το γκρίζο, συμπαθητικό προσωπάκι ζητούσε πολύ λίγα: ένα κομματάκι ακτής, που να μπαινοβγαίνει στο νερό, λίγο ήλιο και φεγγαρόφωτο, λίγα φύκια άπ΄τα βαθιά νερά… Ήταν ένας κάτοικος του μεταιχμίου του κόσμου, πού ζούσε ανάμεσα σ΄ένα εξαφανιζόμενο δάσος και μια βαθειά λίμνη, γεμάτη παράξενες μηχανές, εφοδιασμένες με κοφτερά μαχαίρια. Με κοίταζε μυωπικά, μ΄ένα πράσινο φύλλο στο στόμα.

— Καλύτερα να του δίνεις τώρα, είπα απαλά, πάντα ακίνητος. Βρίσκεσαι στον κόσμο που δεν σου πάει, και δεν πρέπει να ξανακάνεις αυτό το λάθος. Είμαι στην πραγματικότητα ένα τρομερό και παμπόνηρο ζώο. Μπορώ νά ρίχνω πέτρες.
Κι΄έρριξα ένα χαλικάκι στα πόδια του. Με κοίταζε μισότυφλα, με μάτια πολύ καλύτερα προσαρμοσμένα στις σκιές του βυθού της λίμνης, παρά στον ανοιχτό αέρα. Θέλησε να πιάσει το χαλίκι με τα μπροστινά πόδια του. Μα έπειτα, μια σκέψη φάνηκε να περνάει απ΄το μυαλό του — ίσως να του μεταβιβάστηκε τηλεπαθητικά, όπως υπαινίχθηκε ο Φρόϋντ — ένα ψιθύρισμα πανάρχαιης καταστροφής… Ίσως να μην ήταν εδώ ο Κήπος της Εδέμ. Η μύτη του κουνήθηκε ανεπαίσθητα, και γύρισε πάλι στο νερό.

Καθώς εξαφανίστηκε σ΄ένα κύμα, χάθηκε μαζί του ένας φυσικός κόσμος, διαφορετικός απ’ τον κόσμο των κοριτσιών και των βενζινακάτου, διαφορετικός απ’ του καθηγητού, που συγκρατιέται με μεγάλα παπούτσια για να μην πέσει στο ίδιο του το γραφείο. Το σύμπαν του μοσχοπόντικα συνόρευε με τα σκοτεινά βουνά απ΄τη μια μεριά και τον βόμβο των μηχανών απ΄την άλλη, μα υπήρχε εκεί, στον βυθό της λίμνης, και περίμενε την εξαφάνιση μου.

Έφυγα, ευχαριστημένος που με καμμιά πράξη μου δεν είχα βοηθήσει το σκοτάδι, ν΄απλωθεί στη ζωή. Μέσα σε τόσους κόσμους — σκέφτηκα — πόσο φυσικό είναι το «φυσικό», και υπάρχει άραγε κάτι που να μπορούμε να τ΄ονομάσουμε «φυσικό κόσμο»;

Ο σχολιασμός έχει κλείσει