Google+ Η παράδοξη παραλληλία ανάμεσα στην εξέλιξη της γλώσσας και την εξέλιξη των ειδών. : Biology4u.gr

Η παράδοξη παραλληλία ανάμεσα στην εξέλιξη της γλώσσας και την εξέλιξη των ειδών.

Έχει καταχωριστεί στις κατηγορίες: ΙΔΕΕΣ από στις 31 Δεκεμβρίου 2013

Του John Whitfield, Λονδρέζου συγγραφέα επιστημονικών άρθρων, από το περιοδικό PLoS Biology

Τον Φεβρουάριο του 1837, ο Κάρολος Δαρβίνος —πριν ακόμη αποπλεύσει με το Beagle—έγραφε στην αδελφή του Caroline μια επιστολή στην οποία σχολίαζε την ιδέα του γλωσσολόγου Sir John Herschel, ότι οι σύγχρονες γλώσσες έχουν προκύψει από μια κοινή προγονική μορφή. Ιδέα που αν αληθεύει, οδηγούσε τον Δαρβίνο να εκφράζει τις αμφιβολίες του σχετικά με τη βιβλική χρονολογία του κόσμου. «Καθένας γνωρίζει ότι τα 6 χιλιάδες χρόνια είναι η σωστή χρονική περίοδος, αλλά ο Sir J. πιστεύει ότι πολύ περισσότερα χρόνια πρέπει να μεσολάβησαν από τότε που διαχωρίστηκε η Κινεζική και οι Καυκασιανές γλώσσες από την κοινή παρακαταθήκη τους». [1].

Το παράδειγμα της γλωσσικής μεταβολής αποτελούσε μια από τις δια βίου επιδράσεις στη σκέψη του Δαρβίνου. Στην «Καταγωγή των ειδών» υποστήριζε ότι η δυνατότητά μας να κατατάσσουμε τις γλώσσες γενεαλογικά, παρά το γεγονός ότι έχουν μεταβληθεί και διαχωριστεί με διαφορετικούς ρυθμούς, δείχνει ότι το ίδιο θα μπορούσε να έχει συμβεί και με τα είδη. [2]. Και στην «Καταγωγή του Ανθρώπου» σημείωνε ότι «Η δημιουργία διαφορετικών γλωσσών και διαφορετικών ειδών καθώς και οι αποδείξεις ότι και οι δύο έχουν αναπτυχθεί μέσω μιας σταδιακής διαδικασίας, περιέργως είναι παράλληλες» [3]Τα εργαλεία της εξελικτικής ανάλυσης επιτρέπουν τώρα τόσο στους βιολόγους όσο και στους γλωσσολόγους να διερευνήσουν αν αυτές οι παράλληλες πορείες θα μπορούσαν πράγματι να τέμνονται ή να αποτελούν λωρίδες της ίδιας οδικής αρτηρίας. Προσδίδοντας στη μελέτη των γλωσσικών μεταβολών ένα ποσοτικό πλεονέκτημα, αυτή η προσέγγιση έχει αποκαλύψει εντυπωσιακές ομοιότητες ανάμεσα στη δυναμική της βιολογικής εξέλιξης και στη μεταβολή της γλώσσας. Ο εξελικτικός βιολόγος Mark Pagel του Πανεπιστημίου του Reading, του Η.Β. λέει «Οι γλώσσες μοιάζουν εξαιρετικά με τα γονιδιώματα» και προσθέτει: «Σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν πολύ γενικοί νόμοι στην εξέλιξη των γλωσσών έναντι αυτών που διέπουν τη γενετική εξέλιξη»

Το ποια μορφή μπορεί να πάρει αυτός ο νόμος είναι ένα ανοικτό θέμα. Ένα συγκεκριμένο μυστήριο είναι πώς οι κανονικές μεταβολές που έγιναν αντιληπτές κατά τη διάρκεια αιώνων και χιλιετιών σχετίζονται με τις μυριάδες των διαδικασιών που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν και χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Οι εξελικτικές ιδέες έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους εδώ, αν και η σχετική συνεισφορά της βιολογικής και πολιτισμικής εξέλιξης, αλλά και του πώς μπορούν να αλληλοεπηρεάζονται, αμφισβητείται. Είναι όμως πιθανό κάποιος να ισχυριστεί ότι μια κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μεταβάλλεται η γλώσσα, θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας γενικής θεωρίας που θα συμπεριλαμβάνει τόσο τη βιολογική, όσο και τη γλωσσική εξέλιξη. «Αν υπάρχει ένα μοντέλο για την πολιτισμική εξέλιξη τότε πιθανότατα οι άνθρωποι που εργάζονται πάνω στη γλώσσα, θα το προσεγγίσουν, λόγω του ότι υπάρχουν πάρα πολλά δεδομένα» λέει ο ψυχολόγος Alex Mesoudi του Πανεπιστημίου το Cambridge.

ΟΜΑΛΗ, ΩΣΤΟΣΟ ΣΠΑΣΜΩΔΙΚΗ

Ένας παραλληλισμός ανάμεσα στα έμβια όντα και τις γλώσσες, είναι ότι τα πλέον σημαντικά στοιχεία τους, παρουσιάζουν και τη μικρότερη διαφοροποίηση. Στη βιολογία αυτό σημαίνει ότι γονίδια όπως αυτά που συμμετέχουν στο μηχανισμό της πρωτεΐνοσύνθεσης, αλλάζουν τόσο πολύ αργά ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη διερεύνηση των σχέσεων ομάδων που παρεξέκλιναν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια πριν. Παρομοίως οι πλέον χρησιμοποιούμενες λέξεις, όπως οι αριθμοί και οι αντωνυμίες, αλλάζουν πάρα πολύ βραδέως.

Κοιτάζοντας 200 από τις πλέον κοινόχρηστες λέξεις 87 Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών η ομάδα του Pagel βρήκε ότι η συχνότητα με την οποία χρησιμοποιούνται στην καθημερινή κουβέντα, ερμηνεύει το 50% της ποικιλότητας στο τάχος με το οποίο μεταβάλλονται οι λέξεις. [4]. Αντίστοιχα ο Erez Lieberman, ένας θεωρητικός της εξέλιξης στο πανεπιστήμιου του Harvard και οι συνεργάτες του βρήκαν ότι κατά τη διάρκεια της προηγούμενης χιλιετίας τα ρήματα της Αγγλικής γλώσσας σταθεροποιήθηκαν σε ρυθμό αντιστρόφως ανάλογο της συχνότητας χρήσης τους. [5]. Η επίδραση της συχνότητας χρήσης υποδηλώνει ότι μερικά τάχη στις αντικαταστάσεις λέξεων είναι συγκρίσιμα με τα εξελικτικά τάχη μερικών γονιδίων λέει ο Pagel, ο οποίος πιστεύει ότι αυτές οι λέξεις μπορούν να επιτρέψουν στους ερευνητές να συντάξουν γενεαλογικά δένδρα που δείχνουν τις σχέσεις μεταξύ γλωσσών, ως 20 χιλιάδες χρόνια πριν, εν σχέσει με τα 8.000 χρόνια που πιστεύουν οι περισσότεροι γλωσσολόγοι ότι είναι δυνατόν.

Οι γλωσσολόγοι από παλιά πίστευαν ότι υπήρχε ένας σύνδεσμος μεταξύ της συχνότητας της χρήσης και το τάχος της μεταβολής. «Σε καμιά περίπτωση το εύρημα δεν μας εξέπληξε» λέει ο Tecumseh Fitch, ένας επιστήμονας της γνωστικής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του St Andrews στη Σκοτία. «Καθιστώντας όμως την υπόθεση κατηγορηματική και ελέγξιμη, κάναμε ένα μεγάλο βήμα μπροστά» και η ευρωστία του προτύπου είναι εντυπωσιακή καθώς: «Μπορείς να έχεις απίστευτη κανονικότητα και διαδικασίες που έχουν την ισχύ νόμων, με ένα πολύ απλό μοντέλο» σχολιάζει ο ψυχολόγος Russell Gray του Πανεπιστημίου του Auckland στη Νέα Ζηλανδία, ο οποίος έχει δανειστεί τις μεθόδους της μοριακής φυλογενετικής, προκειμένου να ερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο οι γλώσσες σχετίζονται, που προσθέτει ότι το πρότυπο: «Αποδεικνύει την ύπαρξη μιας σταθερότητας και κανονικότητας στον τρόπο με τον οποίο οι λειτουργικές διαδικασίες επηρεάζουν το τάχος της μεταβολής στα λεξικά μας». Δεν είναι όμως όλα όσα αφορούν στη μεταβολή των γλωσσών αποτέλεσμα κανονικοτήτων. Νωρίτερα φέτος ο Pagel και οι συνεργάτες του, αποκάλυψαν μια ακόμη παραλληλία μεταξύ της γλωσσολογικής και βιολογικής μεταβολής. Βρήκαν ότι οι γλώσσες μεταβάλλονται βραδέως για μεγάλα χρονικά διαστήματα και στη συνέχεια υφίστανται μια έκρηξη μεταβολών [6]—αυτό δηλαδή που οι βιολόγοι αποκαλούν εστιγμένη ισορροπία (punctuated equilibrium). Αυτές οι εκρήξεις φαίνεται ότι συμπίπτουν με τις περιόδους της γλωσσολογικής ειδογένεσης, στις οποίες οι πληθυσμοί χωρίζονται και οι γλώσσες τους διαφοροποιούνται. Μελετώντας τα δένδρα των Ινδοευρωπαϊκών, των Αυστρονησιακών και των Bantu γλωσσών, οι ερευνητές βρήκαν ότι εκείνες οι γλώσσες που έχουν υποστεί τους περισσότερους διαχωρισμούς, είναι και αυτές που έχουν αλλάξει περισσότερο, έχοντας υποστεί μάλιστα περισσότερο από το ένα τρίτο των μεταβολών τους, σε περιόδους που σχετίζονται με τα σημεία διαχωρισμού. Ο Pagel προτείνει ότι η γλώσσα μεταβάλλεται όταν οι πληθυσμοί που τη μιλούν διαχωρίζονται, διότι οι επιμέρους ομάδες, συνειδητά ή ασυνείδητα, χρησιμοποιούν τον τρόπο με τον οποίο μιλούν, προκειμένου να αυτοπροσδιορίζονται και να διακρίνουν τα μέλη της ομάδας από τους εξωγενείς-όπως στην Παλαιά Διαθήκης οι άνδρες της Γαλαάδ εντόπισαν τους Ευφραιμίτες εχθρούς τους, από την αδυναμία των τελευταίων να προφέρουν την εβραϊκή λέξη shibboleth (κόκκος σταχυού), που αποτελεί πλέον ένα γενικά αποδεκτό όρο στη γλωσσολογία για τους λεκτικούς κωδικούς πρόσβασης.

ΓΟΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από την μια μεριά η γλωσσική μεταβολή παρουσιάζει χαρακτηριστικά που δηλώνουν κανονικότητα και υπαγωγή σε νόμους, ενώ, από την άλλη, μερικές αλλαγές γίνονται διακεκομμένα και σπασμωδικά, ίσως λόγω των μεταβαλλόμενων αναγκών για δήλωση αφοσίωσης των χρηστών της γλώσσας στην ομάδα που ανήκουν και των κοινωνικών στόχων τους. Συνεπώς δεν πρέπει να ξαφνιάζει ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που ενέχονται στον καθορισμό της γλωσσικής μεταβολής. Οι κοινωνιογλωσσολόγοι υπογραμμίζουν το πώς, οι μεμονωμένες ατομικές επιλογές, μπορούν να καταστούν κοινωνικές διεργασίες, όπως για παράδειγμα όταν οι άνθρωποι αντιγράφουν ό,τι κατά πλειοψηφία συμβαίνει γύρω τους, ή όταν μιμούνται άτομα που έχουν μεγάλη κοινωνική αποδοχή.

Οι οπαδοί του Noam Chomsky εστιάζουν στο πώς τα παιδιά καταλήγουν να μιλούν με τη γλώσσα των γονιών τους, σε μια ελαφρώς τροποποιημένη μορφή. Κανενός όμως η θεωρία δεν έχει ρητά επιβεβαιωθεί λέει ο γλωσσολόγος William Croft του Πανεπιστημίου του New Mexico στην Albuquerque, ο οποίος προσθέτει: «Πολλοί μηχανισμοί έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς, είναι όμως δύσκολο να αποδειχθεί ποιος ενεργοποιείται σε κάθε περίπτωση».

Προσφάτως η γενετική έχει ενταχθεί στον κατάλογο των πιθανών επιδράσεων στη μεταβολή της γλώσσας. Τον περασμένο χρόνο οι Dan Dediu και Robert Ladd, δύο γλωσσολόγοι που εργάζονται στο Πανεπιστήμιου του Εδιμβούργου, δημοσίευσαν μια μελέτη στην οποία υποστηρίζεται ότι η γεωγραφική κατανομή των διαφορετικών μορφών δύο γονιδίων που είναι ενεργά κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του εγκεφάλου, δηλαδή του γονιδίου ASPM και του γονιδίου Microcephalin, συσχετίζεται με την διασπορά των τονικών γλωσσών, στις οποίες ο τρόπος με τον οποίο προφέρεται η ίδια λέξη, μεταβάλλει το νόημά της. [7].

Στις περιοχές στις οποίες η πρωταρχική μορφή των γονιδίων είναι η συχνότερη, όπως στην Νοτιοανατολική Ασία και την Υποσαχάρια Αφρική, οι γλώσσες, όπως η Κινεζική και η Yoruba, τείνουν να είναι τονικές. Αντιθέτως στις χώρες στις οποίες επικρατούν τα τροποποιημένα αλληλόμορφα, όπως στην Ευρώπη, τη Δυτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική, οι γλώσσες όπως τα Ισπανικά και τα Γερμανικά είναι μη τονικές. Δεν υπάρχουν γονίδια που καθορίζουν την ομιλία της Κινεζικής γλώσσας. Κάθε παιδί μαθαίνει τη γλώσσα (ή τις γλώσσες) που ακούει συχνότερα, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου για την εκμάθηση της γλώσσας, ανεξαρτήτως της καταγωγής του. Μάλλον όπως υποστηρίζει ο Ladd οι διαφορετικές μορφές ενός γονιδίου «κατευθύνουν την πολιτισμική εξέλιξη της γλώσσας, κατά τη διάρκεια πολλαπλών γενεών», προκαλώντας μεταβολές στις δομές του εγκεφάλου που ευθύνονται για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μιλούν ή ακούν μια γλώσσα.

«Οι γλώσσες εξελίχθηκαν ώστε να ταιριάζουν στη γενετική ιδιοσυστασία των ομιλητών τους» υποστηρίζει ο LaddΜερικοί ερευνητές πιστεύουν ότι η γλώσσα προσαρμόζεται στους εγκεφάλους των ομιλητών τους κατά ένα γενικότερο τρόπο και ότι αυτό, παρά οι γενετικές καταβολές, αποτελεί την κύρια επίδραση στα χαρακτηριστικά μιας γλώσσας.

Ο ψυχολόγος Morten Christiansen του Πανεπιστημίου στην Ithaca, πιστεύει ότι η θεωρητική γνώση της γλώσσας δεν μπορεί να είναι εγγενής, καθώς η φυσική επιλογή θα οδηγούσε σε προσαρμογές που θα ταίριαζαν στα τοπικά περιβάλλοντα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία διαφορετικών γενετικών καταβολών στους διάφορους πληθυσμούς χρηστών της γλώσσας. Το γεγονός ότι οι ανθρώπινοι πληθυσμοί διασπείρονται ταχέως και ευρέως, αλλά τα παιδιά μπορούν ακόμη να μαθαίνουν όλες τις γλώσσες, αποδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει (σ.μ εννοεί τον γενετικό προσδιορισμό των γλωσσικών μεταβολών). Πιστεύει επίσης ότι οποιοιδήποτε γενετικά κωδικοποιημένοι γραμματικοί κανόνες, γρήγορα θα καθίσταντο παρωχημένοι και χωρίς προσαρμοστικότητα, μια και η γλώσσα αποτελεί ένα τάξης μεγέθους ταχύτερα εξελισσόμενο αντικείμενο, απ’ ότι τα γονίδια [8]. «Η συναρμογή μεταξύ των μηχανισμών της μάθησης και της επεξεργασίας των γλωσσών και των δομών των γλωσσών, ερμηνεύεται καλύτερα από το πώς οι γλώσσες άλλαξαν, ώστε να αντιστοιχούν στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια χιλιάδων γενεών, παρά από το πώς ο εγκέφαλος άλλαξε ώστε να ταιριάζει με τις γλώσσες» λέει ο Christiansen.

Ευρήματα όπως η αυξανόμενη κανονικότητα των ρημάτων της αγγλικής «ταιριάζουν απόλυτα» με αυτήν την άποψη, λέει και συμπληρώνει: «Είναι ένας μικρόκοσμος, μιας από τις πολλές κρίσιμες διαδικασίες στην εξέλιξη της γλώσσας».

Ο Simon Kirby, επίσης του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, πιστεύει ότι η κύρια βιολογική συνεισφορά που επιτρέπει στους ανθρώπους να μαθαίνουν τη γλώσσα, μπορεί να είναι, όχι η γενετικά κωδικοποιημένη γραμματική, αλλά η φωνητική μάθηση, δηλαδή η ικανότητα να ενθυμούμαστε και να αναπαράγουμε ήχους, κάτι που βλέπουμε στα οδικά πτηνά και τις νυχτερίδες. «Θα μπορούσαμε να είμαστε κάλλιστα χιμπαντζήδες με ικανότητα τραγουδιού» λέει.

Ο Kirby έχει κατασκευάσει προσομοιώσεις με υπολογιστές και θεωρητικά μοντέλα που αποδεικνύουν ότι ένας πληθυσμός χωρίς γλώσσα μπορεί να την επινοήσει δια της πολιτισμικής εξέλιξης μόνο, αν είχε μικρές αυθόρμητες και πολύ γενικές γνωστικές προδιαθέσεις, όπως οι περιορισμοί της μνήμης. Τέτοιες προδιαθέσεις υποδηλώνουν ότι κάθε γενεά χρησιμοποιεί κατά προτίμηση, εκείνες τις πλευρές της γλώσσας της που είναι ευκολότερο να μάθει. Αυτή η διαδικασία υποστηρίζει ο Kirby οδηγεί σε πολλά από τα χαρακτηριστικά της γλώσσας που συνήθως εκλαμβάνονται σαν να αντανακλούν βιολογική εξειδίκευση, όπως ο τρόπος με τον οποίο όλες οι γλώσσες μετατρέπουν τους έναρθρους ήχους σε λέξεις [9].

«Αν το ένα άτομο μαθαίνει από το άλλο, κατά τη διάρκεια των γενεών, τότε οι βασικές αρχές της γλώσσας υπάρχουν χωρίς να χρειάζεται να οικοδομηθούν» λέει ο Kirby. Στα εργαστηριακά πειράματα ο Kirby ζήτησε από τους μετέχοντες να μάθουν μια γλώσσα χωρίς νόημα και στη συνέχεια να τη διδάξουν σε άλλους κ.ο.κ. Έτσι βρήκε ότι η τυχαιότητα γρήγορα γίνεται κανονικότητα, καθώς οι άνθρωποι ασυνείδητα μετέτρεπαν τις λέξεις σε κάτι που ήταν ευκολότερο να θυμούνται και να χρησιμοποιούν και επίσης επινοούσαν κανόνες που αφορούσαν λέξεις για πράγματα που δεν είχαν ποτέ τους δει. Μια τέτοια διαδικασία μπορεί να υπήρξε στην ανάδυση πριν από μερικές δεκαετίες των δύο νοηματικών γλωσσών, —της Νικαραγουανής Νοηματικής Γλώσσας και της Νοηματικής Γλώσσας των Al-Sayyid Βεδουίνων. Κάθε μια από αυτές μετατράπηκε ταχύτατα από ένα σύστημα χειρονομιών σε μια πλήρως ανεπτυγμένη γλώσσα με συμβάσεις για τη γραμματική και τη δομή των προτάσεων.

Ο Kirby σχεδιάζει να τις χρησιμοποιήσει ως τον εργαστηριακό πάγκο, για τον έλεγχο των ιδεών του σχετικά με την ταχεία ανάδυση της δομής της γλώσσας.Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η ιδέα, πώς η ανθρώπινη γλώσσα δεν απηχεί κάποιο ιδιαίτερο βιολογικό γνώρισμα, είναι αμφιλεγόμενη. Το γλωσσικό φαινόμενο είναι τόσο ασυνήθιστο (σ.μ. εννοεί εκτός του ανθρώπινου είδους), αλλά και αναγκαίο για τους ανθρώπους, ώστε η πεποίθηση ότι δεν απαιτεί βιολογική εξειδίκευση, να είναι λανθασμένη, λέει ο Fitch και προσθέτει: «Υπάρχει πολύ ισχυρή επιλογή σε κάθε γενεά παιδιών, ώστε να μαθαίνουν τη γλώσσα γρήγορα και αποτελεσματικά» και προσθέτει: «Οι γλώσσες αναπόφευκτα θα προσαρμόζονται στους χρήστες τους, αλλά ο Christiansen φαίνεται να πιστεύει ότι η βιολογική εξέλιξη θα σταματήσει, κάτι που είναι θεμελιωδώς λανθασμένο. Πιστεύω ότι έχει πέσει στην παγίδα να θεωρεί ότι οι γλώσσες έχουν ανεξάρτητη, από μόνες τους, ζωή»

ΣΥΝΔΥΑΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΠΟΡΕΙΕΣ ΣΚΕΨΗΣ

Είναι φυσικό, πολλοί παράγοντες να επηρεάζουν τη μεταβολή της γλώσσας, σε πολλές κλίμακες χρόνου. Τα σύγχρονα Αγγλικά μπορεί να φέρουν τη σφραγίδα χιλιετιών επίδρασης των γονιδίων ASPM και Microcephalin, σίγουρα όμως αντανακλούν τα Γαλλικά που μιλούσαν οι Νορμανδοί εισβολείς του 1066. «Η γλωσσική επαφή είναι μια πανίσχυρη δύναμη στο χώρο της γλωσσικής μεταβολής» λέει ο Ladd—αν και το γεγονός ότι είναι ακόμη εφικτό να κατασκευάζουμε φυλογενετικά δένδρα των γλωσσών, δείχνει ότι αυτή η μορφή οριζόντιας μεταφοράς δεν μπορεί να πνίξει εντελώς τη μεταβολή που συμβαίνει, μέσω των γενεών.

Ο Lieberman του Πανεπιστημίου του Harvard πιστεύει ότι για την εξήγηση της μεταβολής στη γλώσσα, χρειάζονται ιδέες από πολλές διαφορετικές πηγές, και προτείνει ότι οι θεωρίες που προέρχονται από το χώρο της επιδημιολογίας και της μελέτης των δικτύων θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε πώς οι κοινωνικές επαφές συμβάλλουν στη διάδοση συγκεκριμένων γλωσσολογικών μορφών και ότι η δημογραφία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι γλώσσες διαδίδονται από γενιά σε γενιά, δια μέσου των αιώνων.

«Υπάρχει τεράστιο έδαφος αν θέλει κανείς να αναμιχθεί στις μηχανιστικές λεπτομέρειες του ζητήματος και ένας τεράστιος πλούτος κλιμάκων χρόνου, αλλά θα χρειαστούμε ένα πλήθος από εργαλεία» λέει ο Lieberman, που προσθέτει ότι τα ίδια εργαλεία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το πώς οι τεχνολογίες, όπως για παράδειγμα η τυπογραφία και οι ιδέες όμως η δημοκρατία ή η θρησκεία, διαδίδονται και αλλάζουν, με την πάροδο του χρόνου.

«Οποτεδήποτε κάποιος διαθέτει κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μιμίδιο (σ.μ. κατ’ αναλογία με το γονίδιο, η μονάδα της πολιτισμικής πληροφορίας, είτε πρόκειται για πρακτική είτε για ιδέα, που μπορεί να μεταδοθεί ρηματικά ή ως επαναλαμβανόμενη πράξη, από τον έναν στον άλλο.), θα υπάρχει και κάποια τεχνική για τη μελέτη του τρόπου με τον οποίο το μιμίδιο αυτό διαδίδεται», προσθέτει.

Ο Pagel υποθέτει ότι η εξέλιξη της γλώσσας είναι στην πραγματικότητα πολύ παρόμοια με την ομόλογη βιολογική, ώστε να μπορούν να παράσχουν ένα γενικό μοντέλο για την πολιτισμική μεταβολή. «Δεν πιστεύω ότι θα μάθουμε πολλά για το σύνολο της πολιτισμικής εξέλιξης, μελετώντας την εξέλιξη της γλώσσας» λέει και προσθέτει: «Η κληρονομικότητα είναι τόσο πολύ υψηλή και η ακρίβεια της μεταβίβασης πολύ μεγάλη».

Ο Fitch περισσότερο αισιόδοξος σημειώνει ότι με το εύρος των γλωσσικών δεδομένων που σχετίζονται με άλλες πολιτισμικές διεργασίες: «Αν ποτέ υπάρξει ο επιστημονικός κλάδος της μιμητικής (memetics) η γλώσσα θα είναι το διαμάντι στο στέμμα του». Μερικοί ερευνητές πιστεύουν ότι η πολιτισμική και βιολογική εξέλιξη θα μπορούσαν να ενοποιηθούν. Οι πολιτισμικές και γλωσσικές διαδικασίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μορφών εξέλιξης που δεν έχουμε δει στη βιολογία, λέει ο Croft, όπως το να ακολουθούν οι άνθρωποι τους ηγέτες τους ή την πλειοψηφία. [10]. Αλλά τελικώς, όλες αυτές είναι εκδοχές του ίδιου πράγματος. «Αντιτίθεμαι συνεχώς στην άποψη ότι η εφαρμογή των εξελικτικών ιδεών στη γλωσσολογία, αποτελεί μια αναλογία» λέει και προσθέτει: «Δεν υφίσταται αναλογία, αλλά ύπαρξη δύο διαφορετικών παραδειγμάτων μιας γενικής θεωρίας της εξελικτικής μεταβολής. Είναι ακόμη νωρίς, αλλά μια τέτοια θεωρία θα μας οπλίσει με τη διορατικότητα που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε κοιτάζοντας έναν μόνο τομέα»

Ο Mesoudi συμφωνεί: «Η πολιτισμική μεταβολή και η βιολογική μεταβολή μοιράζονται τις ίδιες βασικές αρχές της ποικιλότητας, της επιλογής και της κληρονομησιμότητας» προσθέτοντας ότι «άλλες διαδικασίες, όπως η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, η μάθηση και η μνήμη, πρέπει να ακολουθούν τους ίδιους κανόνες». Σε ένα παράλληλο σύμπαν στο οποίο ο Captain Fitzroy βρήκε κάποιον να τον συνοδεύσει στο ταξίδι με το Beagle και ο Δαρβίνος αφέθηκε να συνεχίσει τους γλωσσολογικούς συλλογισμούς του, είναι πιθανό οι βιολόγοι να εμπνευσθούν από τις κοινωνικές επιστήμες, λέει ο Μesoudi και υποστηρίζει ότι: «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη αντιστραφεί η ιστορική διαδοχή και οι βιολόγοι, να μην είναι αυτοί, που θα επιταχύνουν το βήμα τους 100 χρόνια μετά».

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

1.Darwin Correspondence Project (1837) Letter 346—Darwin, C. R. to Darwin, C. S., 27 Feb 1837. Available: http://www.darwinproject.ac.uk/darwinletters/calendar/entry-346.html. Accessed 18 June 2008.

2.Darwin C (1859) On the origin of species by means of natural selection. Or the preservation of favoured races in the struggle for life London: John Murray. 502. p.

3.Darwin C (1871) The descent of man, and selection in relation to sex London: John Murray. 450. p. 4.Pagel M, Atkinson QD, Meade A (2007) Frequency of word-use predicts rates of lexical evolution throughout Indo-European history. Nature 449: 717–720. Find this article online

5.Lieberman E, Michel J-B, Jackson J, Tang T, Nowak MA (2007) Quantifying the evolutionary dynamics of language. Nature 449: 713–716. Find this article online

6.Atkinson QD, Meade A, Venditti C, Greenhill SJ, Pagel M (2008) Languages evolve in punctuational bursts. Science 319: 588. Find this article online

7.Deddiu D, Ladd DR (2007) Linguistic tone is related to the population frequency of the adaptive haplogroups of two brain size genes, ASPM and Microcephalin. Proc Natl Acad Sci U S A 104: 10944–10949. Find this article online

8.Christiansen MH, Chater N (2008) Language as shaped by the brain. Behav Brain Sci In press.

9.Kirby S, Dowman M, Griffiths T (2007) Innateness and culture in the evolution of language. Proc Natl Acad Sci U S A 104: 5241–5245. Find this article online

10.Croft W (2008) Evolutionary linguistics. Annu Rev Linguist In press.

Ετικέτες: ,

Ο σχολιασμός έχει κλείσει