Google+ Μέρος 1ον: Από τους Αρχαίους Αιγυπτίους ως την Αναγέννηση : Biology4u.gr

Μέρος 1ον: Από τους Αρχαίους Αιγυπτίους ως την Αναγέννηση

Έχει καταχωριστεί στις κατηγορίες: ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ από στις 26 Δεκεμβρίου 2014

Eρωτήματα όπως το πώς σκεφτόμαστε, το πώς μαθαίνουμε, ή το πώς ο εγκέφαλός μας έχει την ικανότητα να αποθηκεύει και να ανακαλεί πληροφορίες, δεν είναι νέα και ίσως πρέπει να περιμένουμε πολύ ακόμη, μέχρι να μας αποκαλυφθούν οι απαντήσεις τους.
Εντούτοις στη Νευροβιολογία (ή Νευρο-επιστήμη κατ΄ άλλους), στην επιστήμη που μελετά τα μυστικά της λειτουργίας του εγκεφάλου, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχουν συντελεστεί μεγάλες πρόοδοι. Αυτές οι πρόοδοι που, εύλογα, προσελκύουν όχι μόνο το ενδιαφέρον ειδικών επιστημόνων (βιολόγων, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, παιδαγωγών κ.ά.), αλλά και το ενδιαφέρον του ευρύτατου κοινού, είναι ο λόγος που το b4u, αφιερώνει μια μικρή ανασκόπηση στην ιστορία της Νευροβιολογίας που συνοδεύεται από πλούσιο εποπτικό υλικό και διαδραστικές παρουσιάσεις. Στις πληροφορίες που περιέχονται στο αφιέρωμα αυτό, αλλά και στο συμπληρωματικό υλικό που τις συνοδεύουν, πιστεύουμε ότι ο εκπαιδευτικός-αναγνώστης μας, μπορεί να βρει χρήσιμες ιδέες για να εμπλουτίσει τη διδασκαλία του.

Η πρώτη ανατομική περιγραφή του εγκεφάλου έγινε από τους Αρχαίους Αιγυπτίους

 O εγκέφαλος δεν είχε πάντα τη σημασία που του αποδίδουμε σήμερα. Ακόμη και οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι πρώτοι που περιέγραψαν την ανατομία του εγκεφάλου, συμπεριλαμβάνοντας το εγκεφαλονωτιαίο υγρό, τις μήνιγγες κ.ά. δεν «εκτιμούσαν» τον εγκέφαλο όσο τα άλλα όργανα. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία της ταρίχευσης, ενώ αφαιρούσαν με προσοχή την καρδιά και άλλα όργανα, και τα διατηρούσαν σε δοχεία που έβαζαν δίπλα στο σώμα του νεκρού, τον εγκέφαλο τον αποσπούσαν από τα ρουθούνια και στη συνέχεια τον απέρριπταν.

Η πρώτη λοιπόν περιγραφή του εγκεφάλου έχει καταγραφεί στον «Χειρουργικό πάπυρο του Edwin Smith«. O πάπυρος αυτός που αγοράστηκε από τον αιγυπτιολόγο Edwin Smith το 1862 στο Λούξορ και μεταφράστηκε από τον αμερικανό αρχαιολόγο James Henry Breasted, αποδίδεται στον φημισμένο Αιγύπτιο ιατρό Imhotep και χρονολογείται στο 1700 π.Χ.
Στον πάπυρο περιγράφονται 48 διαφορετικές περιπτώσεις τραυματισμών, 27 από τις οποίες αφορούν κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, που πιθανώς προήλθαν κατά τη διάρκεια της μάχης ή σε εργατικά ατυχήματα κατά την κατασκευή μνημείων και κτιρίων. Σε όλες τις περιπτώσεις εντυπωσιάζει ο απαλλαγμένος από δεισιδαιμονίες, ορθολογικός τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται κάθε τραυματισμός, καθώς αναφέρονται λεπτομερείς οδηγίες για το πώς εξετάζεται, πώς γίνεται η διάγνωση και η αντιμετώπιση (όπου είναι δυνατόν) της βλάβης που έχει προκληθεί. 

Για παράδειγμα στην  6η κατά σειρά περίπτωση τραυματισμού, που αφορά ένα κάταγμα του κρανίου, περιγράφονται οι αύλακες του εγκεφάλου (ο συγγραφέας του παπύρου τις παρομοιάζει με τα αυλάκια που σχηματίζονται στην επιφάνεια του τηγμένου χαλκού), το εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ως το υγρό που βρίσκεται στο εσωτερικό του εγκεφάλου και οι μήνιγγες,  ως περιβλήματα του εγκεφάλου.

Η μαλακή μάζα που βρίσκεται στο εσωτερικό του κρανίου μας, γίνεται ο εγκέφαλος. Η έδρα των νοητικών λειτουργιών μας.

Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης

Από τους έλληνες φιλοσόφους αποδόθηκαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της πρώτης χιλιετίας π.Χ. διάφορες λειτουργίες στον εγκέφαλο. Ο πρώτος όμως φιλόσοφος και φυσιολόγος που αναγνώρισε στον εγκέφαλο το κεντρικό όργανο στο οποίο οφείλονται οι αισθήσεις ήταν ο (μάλλον) μαθητής του Πυθαγόρα ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης που επίσης ήταν ο πρώτος που εισήγαγε στην ιατρική πρακτική την ανατομία. Ο Αλκμαίων πραγματοποιώντας τομές σε ζώα περιέγραψε το οπτικό νεύρο και τη διαδρομή του από το μάτι στον εγκέφαλο. Σύμφωνα με τον Αλκμαίωνα οι «πόροι» δηλαδή ό,τι σήμερα αποκαλούμε νεύρα, στέλνουν στον εγκέφαλο πληροφορίες που αποθηκεύονται ως μνήμη και όταν μονιμοποιηθούν αποτελούν τη γνώση. Αντιθέτως ο Αριστοτέλης κατά τη διάρκεια του 4ου π.Χ. αιώνα είχε διατυπώσει την άποψη ότι η καρδιά είναι το κέντρο της νόησης, ενώ ο εγκέφαλος είναι το όργανο στο οποίο ψύχεται το αίμα. Ο Ιπποκράτης επίσης κατά τον 4ον π.Χ. αιώνα υποστήριζε, βασιζόμενος όμως στην εργασία του Αλκμαίωνα, ότι ο εγκέφαλος αποτελεί την έδρα της νόησης.

Κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων ο Ηρόφιλος ο Χαλκηδόνιος (335–280 π.Χ.) και ο Ερασίστρατος ο Κείος (304-250 π.Χ.) είχαν μεγάλη συνεισφορά στη μελέτη της ανατομίας και της φυσιολογίας του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου. Ο Ηρόφιλος διέκρινε τα εγκεφαλικά ημισφαίρια από την παρεγκεφαλίδα και περιέγραψε λεπτομερώς τις κοιλίες του εγκεφάλου. Ο Ερασίστρατος, του οποίου η εργασία δεν διασώθηκε παρά μόνο από δευτερογενείς πηγές, είχε ανατμήσει τον ανθρώπινο εγκέφαλο (Γαληνός) και είχε διακρίνει τα νεύρα σε αισθητικά και κινητικά (Ρούφος ο Εφέσιος). Πίστευε μάλιστα πως τα αισθητικά νεύρα είναι κοίλα και ξεκινούν από τις μεμβράνες του εγκεφάλου, ενώ τα κινητικά εκφύονται από την ουσία που αποτελεί τον εγκέφαλο και από την παρεγκεφαλίδα.

Γαληνός

Στους ρωμαϊκούς χρόνους ο έλληνας ιατρός και φιλόσοφος Γαληνός, που αποτελεί την πλέον ολοκληρωμένη προσωπικότητα στον χώρο της ιατρικής έρευνας της αρχαιότητας, ανατέμνωντας εγκεφάλους προβάτων, σκύλων και πιθήκων (η ανατομία νεκρών είχε απαγορευθεί στη Ρώμη με νόμο από το 150 π.Χ.) είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι κινήσεις των μυών ελέγχονται από την παρεγκεφαλίδα, που τη θεωρούσε πυκνότερη από τα ημισφαίρια, τα οποία ως μαλακότερα θα έπρεπε να αποτελούν το κέντρο των αισθήσεων. O Γαληνός πίστευε ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στην σωματική και ψυχική υπόσταση του ανθρώπου (όπως πίστευαν οι Στωικοί) και ότι οι διάφορες λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της νόησης, μπορούν να συσχετισθούν με συγκεκριμένα όργανα από τα οποία απορρέουν.

 

Μετά τους Έλληνες, το επόμενο μεγάλο βήμα έγινε κατά την Αναγέννηση.

Όπως και στις άλλες επιστήμες η πραγματική πρόοδος στη Νευροβιολογία έγινε κατά την Αναγέννηση. Η αναβίωση της μελέτης των κλασσικών κειμένων της αρχαιότητας, το πνεύμα ελευθερίας, η συμβολή των σημαντικών πανεπιστημόνων, όπως ο Λεονάρδος Ντα Βίντσι, αλλά και η ανακάλυψη της τυπογραφίας επέτρεψαν την ανάδυση της επιστημονικής μεθόδου, την αξιοποίησή της στη μελέτη του ανθρώπινου οργανισμού και τη διάδοση των νέων γνώσεων σε ευρύτερα τμήματα των κοινωνιών της εποχής. Το πλέον πρώιμο προϊόν της εποχής ήταν «Η επιτομή της φυσικής φιλοσοφίας«, μια πρωτόγονη ανατομία που συνέγραψε ο Johann Peyligk και τυπώθηκε στη Λειψία το 1499. Στην ανατομία αυτή, που περιελάμβανε 11 ξυλογραφίες, απεικονίζεται η σκληρά μήνιγγα, η αραχνοειδής μήνιγγα, καθώς και οι κοιλίες του εγκεφάλου.

Στις αρχές του 16ου αιώνα ο Λεονάρδος Ντα Βίντσι ανέταμε εγκεφάλους βοδιών και χύτευε στο εσωτερικό τους λιωμένο κερί για να αποτυπώσει τις κοιλίες του εγκεφάλου, εφαρμόζοντας πρώτη φορά την τεχνική της έγχυσης ενός ρευστού που μπορεί να στερεοποιηθεί, προκειμένου να μελετηθεί το μέγεθος και η δομή ενός εσωτερικού οργάνου. Ο Ντα Βίντσι προχώρησε στη διεξαγωγή αυτών των πειραμάτων με σκοπό να εξηγήσει πώς ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις αισθητικές πληροφορίες για να τις ενσωματώσει στην «ψυχή».   To 1649 o Καρτέσιος σε μια προσπάθεια να οικοδομήσει μια μέθοδο επιστημονικής σκέψης για τη μελέτη της νόησης διατυπώνει την ιδέα του αλληλεπιδρώντος δυϊσμού. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή το ανθρώπινο σώμα και η νόηση-ψυχή αποτελούν δύο διαφορετικές οντότητες, που όμως αλληλεπιδρούν υπό τον έλεγχο της επίφυσης.  O Καρτέσιος ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την έννοια του ανακλαστικού, θεωρώντας ότι οι λειτουργίες του σώματος είναι ανακλαστικές, ενώ οι λειτουργίες της νόησης είναι συνειδητές και εκούσιες.

Την επανάσταση όμως στη μελέτη του ανθρώπινου εγκεφάλου έκανε ο φλαμανδός ανατόμος Ανδρέας Βεσάλιος,  με την έκδοση, το 1543 της «Κατασκευής του Ανθρώπινου Σώματος» έργο που θεωρείται το θεμέλιο της σύγχρονης ανατομίας. Στο έργο αυτό που τις ξυλογραφίες είχε κάνει ο Jan van Calcar, μαθητής του Τιτσιάνο, απεικονίζονται οι κοιλίες του εγκεφάλου, τα κρανιακά νεύρα, η υπόφυση, τα περιφερικά νεύρα, η αιμάτωση του εγκεφάλου και ο νωτιαίος μυελός, από παρατηρήσεις που είχε κάνει ο Βεσάλιος. Χάρη στην εργασία του Βεσάλιου, τα νεύρα απέκτησαν την σημασία τους ως αγωγοί αισθητήριων και κινητικών πληροφοριών, καταρρίφθηκαν η άποψη του Αριστοτέλη ότι τα νεύρα εκφύονται από την καρδιά και η άποψη της εποχής ότι τα νεύρα ήταν κοίλες κατασκευές.

 

Ως πραγματικός  ιδρυτής της νευροεπιστήμης θεωρείται ο άγγλος ιατρός Thomas Willis (1621 – 1675) οποίου το έργο Cerebri Anatome (1664) απετέλεσε για περισσότερο από 200 χρόνια το βασικό σύγγραμμα  νευροανατομίας. Στο έργο αυτό που περιλαμβάνει 29 κεφάλαια γίνεται, πρώτη φορά, χρήση του όρου νευρολογία ενώ αποτολμάται κάτι επαναστατικό για εκείνη την εποχή, δηλαδή η σύγκριση της ανατομίας του ανθρώπινου νευρικού συστήματος με το νευρικό σύστημα άλλων ζώων, όπως τα πρόβατα. Το έργο αυτό ολοκληρώθηκε με τη συμβολή του αρχιτέκτονα Christopher Wren ο οποίος εκτός από τις εξαιρετικές εικονογραφήσεις (που ξεπέρασαν σε ακρίβεια κάθε προηγούμενη ανατομία), επινόησε τεχνικές διατήρησης των εγκεφάλων, ώστε να μπορούν να μελετηθούν ακέραιοι επί μακρόν.

Ο Willis περιέγραψε με σαφήνεια τον αγγειακό κύκλο (κύκλος του Willis) με τον οποίο αιματώνεται ο εγκέφαλος, προσδιόρισε και ονόμασε το μεσολόβιο, τα 12 εγκεφαλικά νεύρα, πρότεινε πως το εγκεφαλικό στέλεχος και η παρεγκεφαλίδα είναι περισσότερο «ενστικτώδη» και με ανακλαστική λειτουργία απ’ ότι τα ημισφαίρια και έκανε σημαντικές παρατηρήσεις για τις διαφορές του εγκεφάλου υγιών ανθρώπων με ανθρώπους που πάσχουν από εκ γενετής διανοητική καθυστέρηση. Ο Willis συνήθιζε να παρακολουθεί τους ασθενείς που παρουσίαζαν νευρολογικές διαταραχές για μεγάλο χρονικό διάστημα, να τις καταγράφει και να τις συσχετίζει με ανατομικές ανωμαλίες του εγκεφάλου τους, σε αυτοψίες που διεξήγαγε μετά το θάνατό τους.

H αριστερή εικόνα από την ανατομία του Willis παρουσιάζει τη βάση του ανθρώπινου εγκεφάλου, ενώ η δεξιά τη βάση του εγκεφάλου του προβάτου

 

Μέρος 2ον: Νεώτεροι Χρόνοι nextpage

Ετικέτες: , ,

Ο σχολιασμός έχει κλείσει