"Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να μπορείς να παραμένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας πιο πέρα, θα πρέπει να τρέχεις, τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο"
| Μήπως η μετανάστευση των ζώων εξαφανίζεται; |
|
|
|
| Συντάχθηκε απο τον/την Administrator |
| Σάββατο, 09 Αύγουστος 2008 08:33 |
Φεύγουν, φεύγουν, έφυγαν: Μήπως το φαινόμενο της μετανάστευσης των ζώων εξαφανίζεται;Από το περιοδικό PLoS Biology των David S. Wilcove*, Martin Wikelski David S. Wilcove and Martin Wikelski are in the Department of Ecology and Evolutionary Biology, Princeton University, Princ Η μετανάστευση των ζώων μετά βεβαιότητος κατατάσσεται ανάμεσα στα περισσότερο εμφανή και διαδεδομένα φαινόμενα στη φύση. Κάθε λεπτό της κάθε μέρας με κάποιο τρόπο, σε κάποιο τόπο τα ζώα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Οι μετανάστες καλύπτουν όλο το ζωικό βασίλειο, από τις φάλαινες και τις σύλβιες, ως τις λιβελλούλες και τις σαλαμάνδρες. Μήπως όμως η μετανάστευση αποτελεί ένα φαινόμενο υπό εξαφάνιση; Σε όλο τον κόσμο, πολλές από τις θεαματικές μεταναστεύσεις είτε εξαφανίζονται, λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας, είτε βρίσκονται σε κατάσταση απότομης κάμψης. Όσοι από μας ζουν στην ανατολική Βόρειο Αμερική δεν βιώνουν πλέον την εμπειρία των εκατομμυρίων περαστικών περιστεριών που έκρυβαν τον ήλιο καθώς κατευθύνονταν προς τους τόπους αναπαραγωγής τους. Ούτε πλέον οι κάτοικοι των δυτικών πεδιάδων των ΗΠΑ μπορούν, ανεβαίνοντας σε έναν λόφο, να παρατηρήσουν εκστατικά τις εκατοντάδες χιλιάδες βισώνων, που μετακινούνται στα λιβάδια, όπως ήταν δυνατόν, λιγότερο από δύο αιώνες πριν.
Ακόμα και οι λιγότερο εντυπωσιακές μεταναστεύσεις, δείχνουν σημάδια κόπωσης. Οι παρατηρητές πτηνών στη Βόρειο Αμερική και την Ευρώπη για παράδειγμα, διαμαρτύρονται για τον μικρότερο αριθμό ωδικών πτηνών που επιστρέφουν κάθε άνοιξη, από την Λατινική Αμερική και την Αφρική αντιστοίχως. Πράγματι μια πρόσφατη διηπειρωτική ανάλυση στα πτηνά που αναπαράγονται στην Ευρώπη, έδειξε ότι τα μεταναστευτικά πτηνά που διανύουν μεγάλες αποστάσεις (δηλαδή αυτά που αναπαράγονται στην Ευρώπη, αλλά τον χειμώνα στην υπο-Σαχάρια Αφρική) έχουν υποστεί συχνές και σοβαρές μειώσεις των πληθυσμών τους, σε σχέση με τα συγγενικά προς αυτά μη μεταναστευτικά, είδη [1]. Στην κεντρική Ασία ο πληθυσμός της σάιγκα, μιας χαρακτηριστικής μεταναστευτικής αντιλόπης των ξηρών πεδιάδων της στέππας και των ημιερήμων, έχει μειωθεί περισσότερο από το 95% κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, από το ένα εκατομμύριο σε λιγότερο από 50.000. [2]. Οι αιτίες όλων αυτών των μειώσεων ποικίλουν ανάλογα με το είδος και τον τόπο, γενικώς όμως οι απειλές για τους μεταναστευτικούς οργανισμούς εμπίπτουν σε τέσσερις κατηγορίες: Καταστροφή ενδιαιτημάτων, δημιουργία εμποδίων και φραγμών - όπως τα φράγματα και οι περιφράξεις- υπερεκμετάλλευση και κλιματικές μεταβολές. Οι περισσότεροι από τους μεταναστευτικούς οργανισμούς δεν αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο εξαφάνισης, αλλά γίνονται ολοένα σπανιότεροι. Έτσι οι παρατηρητές πουλιών μπορούν να βλέπουν ακόμα όλα τα είδη των μεταναστευτικών ωδικών πτηνών που αναζητούν, απλώς όμως πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο, απ’ όσο στο παρελθόν. Οι βίσωνες εξακολουθούν να διασχίζουν τα εθνικά πάρκα και τα ιδιωτικά ράντσα της Αμερικανικής Δύσης, αλλά σήμερα το μέγεθος των κοπαδιών είναι της τάξης των εκατοντάδων ή των λίγων χιλιάδων, από τις εκατοντάδες χιλιάδων ή εκατομμυρίων του παρελθόντος. Και υπάρχουν αρκετοί ακόμη σολομοί που μπορούν να αλιευθούν στις ακτές της Νορβηγίας και της Βρετανικής Κολομβίας, όχι όμως τόσοι όσο παλιότερα. Το ερώτημα που τίθεται είναι: Με δεδομένη την πληθώρα των περιβαλλοντικών προβλημάτων που τώρα αντιμετωπίζουμε, είναι η σταδιακή μείωση της μετανάστευσης ένα σημαντικό πρόβλημα; Εμείς θα υποστηρίξουμε ότι είναι. Η προστασία του μεγέθους των πληθυσμών των μεταναστευτικών ζώων, είναι το κλειδί για την προστασία της οικολογικής σημασίας της μετανάστευσης. Καθώς ο αριθμός των οργανισμών που μεταναστεύουν μειώνεται, αντίστοιχα μειώνονται και οι περισσότερες οικολογικές ιδιότητες και οι υπηρεσίες που σχετίζονται με αυτές. Σκεφθείτε την περίπτωση του σολομού στο βορειοδυτικό Ειρηνικό. Τα επτά είδη σολομού και ποντοπόρου πέστροφας σε αυτήν την περιοχή, μοιράζονται μια παρόμοια στρατηγική ζωής: Ως νεαρά ψάρια εγκαταλείπουν τους γενέθλιους ποταμούς και κατευθύνονται προς τον ωκεανό, όπου αποκτούν τεράστιο μέγεθος και βάρος, βοηθούμενα από την παραγωγικότητα του ωκεανού. Μετά από ένα ή δύο χρόνια στη θάλασσα, επιστρέφουν στους γενέθλιους ποταμούς, για να ωοτοκήσουν και μετά να πεθάνουν. Με τη μετανάστευσή τους, αντίθετα από τη ροή των ποταμών, την ωοτοκία τους και το θάνατό τους, μεταφέρουν θρεπτικά συστατικά από τους ωκεανούς στους ποταμούς. Ένα μέρος των θρεπτικών συστατικών παραλαμβάνεται από τα κόπρανα, το σπέρμα και τα αυγά των ζωντανών ψαριών, πολύ περισσότερο όμως προέρχεται από την αποσύνθεση των κουφαριών των ωρίμων ζώων. Ο φώσφορος και το άζωτο που προέρχονται από τα νεκρά ώριμα ζώα, συμβάλλουν στην ανάπτυξη του φυτο- και ζωοπλαγκτού στους ποταμούς, που με τη σειρά τους αποτελούν τροφή για τα μικρότερα ψάρια, συμπεριλαμβανομένων και των σολομών. Έτσι οι γόνοι του σολομού, διατρέφονται κυριολεκτικά από τους γονείς τους. Πριν την Ευρωπαϊκή Αποίκιση, 160–226 εκατομμύρια χιλιόγραμμα σολομού μετανάστευαν κάθε χρόνο προς τους ποταμούς της Ουάσινγκτον, του Αϊντάχο, του Όρεγκον και της Καλιφόρνιας. Σήμερα, μετά από δεκαετίες κατασκευής φραγμάτων, υπεραλίευσης, άντλησης νερού για άρδευση, υλοτόμησης και υπερβόσκησης στις όχθες, οι πληθυσμοί των σολομών έχουν μειωθεί σημαντικά. Η συνολική βιομάζα του σολομού που ωοτοκεί στο βορειοδυτικό Ειρηνικό, σήμερα υπολογίζεται στα 12-14 εκατομμύρια χιλιόγραμμα. Ο Gresh κ.α.l. [3] υπολόγισαν ότι οι ποταμοί στις βορειοδυτικές πολιτείες λαμβάνουν μόνο το 6%–7% του αζώτου και του φωσφόρου, θαλάσσιας προέλευσης, που ελάμβαναν κάποτε από τους άφθονους πληθυσμούς σολομών. Ο τρόπος με τον οποίο η μείωση αυτή μπορεί να επηρεάσει την οικολογία των παραποτάμιων περιοχών και των αγροκτημάτων, είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστος. Μπορούμε να φανταστούμε μια ανάλογη κατάσταση στα μεταναστευτικά πουλιά. Κάθε άνοιξη περισσότεροι από 30.000 τόνοι ωδικών αποδημητικών πτηνών, μεταναστεύουν από τις περιοχές που διαχειμάζουν στην Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, στις περιοχές αναπαραγωγής της Αμερικής και του Καναδά (Αυτή η τιμή προέρχεται από τον συνδυασμό των δεδομένων του προγράμματος North American Landbird Conservation Plan και των βαρών συγκεκριμένων ειδών που έχουν ληφθεί από διάφορες πηγές.) Αν υποθέσουμε ότι τα πουλιά αυτά καταναλώνουν ημερησίως το 10% με 35% του σωματικού βάρους, που προέρχεται από έντομα (λαμβάνοντας κατά προσέγγιση υπόψη τις απαιτήσεις ενός πουλιού 100 και 10 γραμμαρίων αντίστοιχα), τότε η ημερήσια κατανάλωση εντόμων πρέπει να είναι 3.000 με 10.500 τόνοι ημερησίως (φυσικά κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου, που τα πουλιά ταΐζουν τα μικρά τους, τα ποσοστά θα είναι πολύ υψηλότερα). Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι τα πουλιά μειώνουν τους πληθυσμούς των εντόμων στα εύκρατα δάση, έτσι ώστε να ανακύπτει το ερώτημα, του κατά πόσο η συνεχιζόμενη μείωση των πληθυσμών των μεταναστευτικών πτηνών, μπορεί να αποτελεί ένα κίνδυνο για την υγεία των δασών και των αγροκτημάτων μας. Παρομοίως κανείς μπορεί να αναρωτηθεί πώς η οικολογία του πάρκου του Serengeti, μπορεί να μεταβληθεί αν ο μεταναστευτικός πληθυσμός των γκνου (ένα εκατομμύριο άτομα), μειωθεί λόγω του σημαντικού ρόλου που παίζουν τα ζώα αυτά, από την άποψη της κατανάλωσης της ποώδους βλάστησης και της ανακατανομής των θρεπτικών συστατικών, μέσω των ούρων και της κοπριάς τους. Προκλήσεις για την επιστήμηΗ διατήρηση των μεταναστευτικών φαινομένων που συνεπάγεται την προστασία της αφθονίας των ειδών, και όχι απλώς την απλή εξασφάλιση ότι τα συγκεκριμένα είδη δεν θα εξαφανιστούν, θέτει μοναδικές επιστημονικές και κοινωνικές προκλήσεις. Από την πλευρά της επιστήμης, η μεγαλύτερη πρόκληση μπορεί να βρίσκεται στην κατανόηση της δημογραφικής συνεκτικότητας της μετανάστευσης, του πώς δηλαδή τα γεγονότα κάθε σταδίου του μεταναστευτικού κύκλου, επηρεάζουν τα άλλα στάδια και επίσης τη δυναμική του μεγέθους του πληθυσμού των συγκεκριμένων ειδών. [4]. Για παράδειγμα η μείωση των αναπαραγώμενων πληθυσμών των μεταναστευτικών ωδικών πτηνών στην Ανατολική Βόρειο Αμερική και την Ευρώπη, έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον εκατοντάδων επιστημόνων και έχουν συγγραφεί εκατοντάδες ερευνών κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών (βλέπε περιλήψεις στις [5,6]). Ωστόσο παρά τις μελέτες πολυάριθμων ειδών στις περιοχές αναπαραγωγής, τις περιοχές διαχείμασης και (σε μικρότερο βαθμό) τις περιοχές που αντιπροσωπεύουν ενδιάμεσους σταθμούς μετανάστευσης, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πόσο, για την παρατηρούμενη μείωση της μετανάστευσης, ευθύνεται η απώλεια περιοχών αναπαραγωγής, περιοχών διαχείμασης, η υψηλή θνησιμότητα κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης (εξαιτίας της καταστροφής των ενδιαιτημάτων, των φυτοφαρμάκων, των κεραιών τηλεπικοινωνίας κ.α. παραγόντων) ή κάποιος συνδυασμός και των τριών. Η απάντηση φαίνεται να ποικίλει από είδος σε είδος και περιοχή σε περιοχή, κάτι που κάνει ακόμη πιο περίπλοκη την κατάσταση. Οι χειμερινές καταιγίδες στα 1991–1992 και 1995–1996 προκάλεσαν το θάνατο εκατομμυρίων πεταλούδων Μονάρχης που διαχειμάζει στη Μιτσοακάν του Μεξικού, απώλεια στην οποία μπορεί να συνέδραμε και η παράνομη υλοτόμηση δασών. Ό,τι και να συμβαίνει πάντως το μέγεθος του πληθυσμού της πεταλούδας ανέκαμψε σε διάστημα ενός ή δύο χρόνων. Πόσο πολύ χειμερινή θνησιμότητα και απώλεια ενδιαιτημάτων, επιτρέπει την τη διατήρηση των πληθυσμών της πεταλούδας, πριν μειωθούν ανεπιστρεπτί; Κανείς δεν ξέρει. Ακόμη και για τα περισσότερα καλά μελετηθέντα είδη, τα δεδομένα απέχουν από το να σχηματίσουν μια πλήρη εικόνα. Για παράδειγμα ο Sillett και ο Holmes, διεξήγαγαν μελέτες με μαρκάρισμα και επανασύλληψη στο New Hampshire (US) και τη Νοτιοδυτική Τζαμάικα για να υπολογίσουν τα τάχη επιβίωσης κατά την αναπαραγωγή και τη διαχείμαση της μπλε σύλβιας με μαύρο λαιμό. [7]. Από αυτά τα στοιχεία κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το περισσότερο από το 85% της ετήσιας θνησιμότητας σε αυτό το είδος, συνέβαιναν κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης. Επίσης αυτή η εκτίμησή τους στηρίζεται σε δύο παραδοχές: Πρώτον ότι τα πουλιά που εξαφανίστηκαν από τις περιοχές της μελέτης, πέθαναν και δεν μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές αναπαραγωγής και δεύτερον, ότι οι σύλβιες του New Hampshire διαχειμάζουν σε περιοχές που παρουσιάζουν παρόμοια τάχη επιβίωσης με αυτά που έχουν υπολογιστεί στις περιοχές μελέτης της Τζαμάικα. Επιπροσθέτως ακόμη και αν η τιμή του 85% είναι ακριβής, κανείς δεν μπορεί να πει πόση αύξηση της θνησιμότητας κατά τη μετανάστευση, μπορούν να «αντέξουν» οι σύλβιες, πριν πυροδοτηθεί μια δραστική μείωση του πληθυσμού τους. Αυτό το είδος των ερωτημάτων δεν πρόκειται ποτέ να απαντηθεί, μέχρι να καταστούν ικανοί οι επιστήμονες να εντοπίσουν συγκεκριμένα άτομα, κατά τη διάρκεια ενός πλήρους μεταναστατευτικού κύκλου, από τις περιοχές αναπαραγωγής, ως τις περιοχές διαχείμασης και πάλι πίσω, κάτι δηλαδή που απαιτεί πανάλαφρους και για μεγάλο χρονικό διάστημα, λειτουργικούς δορυφορικούς πομπούς. Σήμερα οι υπάρχοντες δορυφορικοί πομποί είναι αρκετά βαρείς, ώστε να τοποθετηθούν σε πουλιά όπως οι σύλβιες και οι τσίχλες, κάτι όμως που μπορεί να αλλάξει σε λιγότερο από μια δεκαετία. [8]. Αν η γνώση μας για την δημογραφική συνεκτικότητα των πουλιών είναι αποσπασματική, είναι εντελώς ανύπαρκτη για τις μεταναστευτικές νυκτερίδες. Αυτό το κενό φαίνεται ακόμη τρομακτικότερο, υπό το φως των πολλών νέων κινδύνων (όπως π.χ. οι νόσοι και τα αιολικά πάρκα) με τους οποίους έρχονται αντιμέτωπες οι νυκτερίδες και της αυξανόμενης αναγνώρισης του ρόλου τους, ως επικονιαστές και εντομοφάγοι. [9,10]. Όσο σχεδόν σημαντικό είναι να καταλάβουμε τη δημογραφική συνεκτικότητα, άλλο τόσο σημαντικό είναι να μάθουμε τους κανόνες με τους οποίους τα μεταναστευτικά ζώα, επιλέγουν που να κατευθυνθούν, πόσο διάστημα να παραμείνουν, και πότε να αναχωρήσουν. [11]. Η κατανόηση αυτών των κανόνων είναι υψίστης σημασίας για την προστασία. [12]. Ένας αριθμός ερευνητών έχει εκφράσει την ανησυχία του, ότι η περιοδικότητα της μετανάστευσης μπορεί να διαταράσσεται από τις κλιματικές μεταβολές [13–15]. Για παράδειγμα η εαρινή μετανάστευση πολλών ωδικών πτηνών τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη Βόρεια Αμερική συμπίπτει με την πτώση των φύλλων των φυλλοβόλων δένδρων και την εμφάνιση των κάμπιων, με τις οποίες τα πουλιά τρέφονται. Αν, όπως έχουν εικάσει μερικοί ερευνητές, οι κάμπιες εμφανιστούν νωρίτερα, λόγω των αυξανόμενων θερμοκρασιών, αλλά τα πουλιά δεν μεταναστεύσουν νωρίτερα, καθώς βασίζονται σε διαφορετικές περιβαλλοντικές νύξεις (π.χ. οι ήσσονος σημασίας μεταβολές στο μήκος της ημέρας στους τροπικούς), τότε είναι φυσικό τα τελευταία να αντιμετωπίσουν σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιμα κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης ή της αναπαραγωγικής περιόδου [16]. Μια στέρεη κατανόηση των νύξεων που χρησιμοποιούν οι μεταναστευτικοί οργανισμοί που διανύουν μεγάλες αποστάσεις, ώστε να αρχίσουν τη μετανάστευσή τους, θα μπορούσε να αποδείξει αν ένα τέτοιο σενάριο, είναι πράγματι πιθανό. [17]. Πράγματι με την πρόοδο στην τεχνολογία περιμένουμε τα επόμενα 20 χρόνια να αποτελέσουν τον χρυσό αιώνα στην επιστήμη της μετανάστευσης, αιώνα στον οποίο οι επιστήμονες τελικώς θα καταφέρουν να απαντήσουν σε πολλά από τα ερωτήματα που απασχόλησαν πολλούς φυσιοδίφες, ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη. Στο μεταξύ όμως χρονικό διάστημα οι μεταναστευτικοί οργανισμοί, θα συνεχίσουν να λιγοστεύουν. Κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις.Οι περισσότερες προσπάθειες για την προστασία της βιοποικιλότητας έχουν περισσότερο χαρακτήρα καταστολής, παρά πρόβλεψης. Έτσι τα απειλούμενα είδη εντάσσονται στη λίστα των υπό εξαφάνιση οργανισμών, μόνον όταν φθάνουν στο χείλος της εξαφάνισης. Τα «καυτά σημεία» της βιοποικιλότητας προσδιορίζονται με βάση ένα συνδυασμό της ενδημικότητας (ο αριθμός των ειδών που δεν συναντούνται οπουδήποτε αλλού) και των απειλών (καταστροφή ή υποβάθμιση του μεγαλύτερου μέρους της χλωρίδας μιας περιοχής). Αν όμως η μετανάστευση ειδωθεί ως ένα φαινόμενο που σχετίζεται με την αφθονία, τότε η προστασία της απαιτεί υπεύθυνους λήψης αποφάσεων οι οποίο θα υιοθετήσουν μια περισσότερο προληπτική προσέγγιση, ώστε τα είδη να προστατεύονται, ενώ ακόμη είναι άφθονα. (Μπορεί πράγματι να είναι μάταιο να προσπαθήσει κανείς να προστατεύσει τα τελευταία μεταναστευτικά περιστέρια, καθώς η ύπαρξή τους εξαρτάται τόσο από την αφθονία των ομοειδών τους στα σμήνη, όσο και από την ελευθερία των σμηνών να πετούν) [18].) Η οικολογία ενός δεδομένου είδους και πιο συγκεκριμένα η φύση της μετανάστευσής του, προσδιορίζουν τη δυσκολία των προβλημάτων με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι όσοι προσπαθούν να προστατεύσουν τη βιοποικιλότητα. Φαίνεται λογικό να υποθέσουμε ότι όσο περισσότερες δικαιοδοσίες, διασχίζει ένα είδος, τόσο περισσότερο δύσκολο είναι να προστατευθεί. Έτσι οι τσίχλες του Swainson (σ.μ. Catharus ustulatus) αποτελούν μεγαλύτερη πρόκληση για την προστασία τους, απ’ ότι οι σαλαμάνδρες που διανύουν μερικές εκατοντάδες μέτρων από τη λιμνούλα στην οποία αναπαράγονται ως τα κοντινά υψίπεδα. Ακόμη και μια σχετικά απλή μετανάστευση μπορεί να γεννά τρομερές δυσκολίες προστασίας, που συχνά είναι και πολιτικές. Για παράδειγμα οι βίσωνες στην Μοντάνα κατά τη διάρκεια του τραχύ χειμώνα βγαίνουν από το εθνικό πάρκο του Yellowstone και ακολουθούν διαδρομές κατά μήκος των κοιλάδων του Yellowstone και του ποταμού Μάντισον προκειμένου να φθάσουν σε περιοχές χαμηλότερου υψομέτρου στις οποίες το λιγότερο χιόνι καθιστά ευκολότερη την πρόσβαση στη ζωοτροφή. Αυτή η μετανάστευση είναι σχετικά μικρή και διεξάγεται εξ ολοκλήρου στα όρια της πολιτείας της Μοντάνα, ενώ τα μέρη από τα οποία περνούν είναι κατά ένα μεγάλο μέρος στη δικαιοδοσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και της πολιτείας της Μοντάνα. Ωστόσο οι βίσωνες είτε εξαναγκάζονται να γυρίσουν πίσω στο πάρκο, είτε θανατώνονται λόγω του φόβου ότι θα μεταδώσουν τη βακτηριακή νόσο βρουκέλλωση στο ζωικό κεφάλαιο. Η δυνατότητα να απομακρυνθούν τα εκτρεφόμενα ζώα από τη χειμερινή πορεία του βίσωνα δεν έχει αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα.Σε αυτό το τεύχος του PLoS Biology, ο Berger κ.α. [2] επισημαίνουν την πρόκληση της προστασίας ενός πληθυσμού μεταναστευτικών γκνου στη Δυτική Μογγολία. Με την τοποθέτηση ενός κολλάρου GPS στο λαιμό των θηλυκών κατάφεραν να ανασυνθέσουν τον μεταναστευτικό διάδρομο που ακολουθούν αυτά τα ζώα. Πιο συγκεκριμένα πέτυχαν να προσδιορίσουν τρία βασικά σημεία συμφόρησης κατά μήκος της διαδρομής που δημιουργούνται από φυσικούς (π.χ. λίμνες) και ανθρωπογενείς (π.χ. πόλεις) φραγμούς. Ο Berger κ.α. προέβλεψαν ότι το ταξίδι των γκνου θα καθίσταται όλο και περισσότερο δύσκολο και επικίνδυνο, όσο ο ανθρώπινος πληθυσμός μεγαλώνει και ασκεί πιέσεις στο μεταναστευτικό διάδρομο. Επιπροσθέτως επεσήμαναν ότι η προστασία της μετανάστευσης απαιτεί όχι μόνο τη συνδρομή των κυβερνητικών παραγόντων, αλλά και τη συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού, κάτι που υπογραμμίζει την κρίσιμη κοινωνική διάσταση στην προστασία της μετανάστευσης. Είδη με μικρό αριθμό ενδιάμεσων μεταναστευτικών σταθμών, περιοχών αναπαραγωγής ή διαχείμασης είναι ευάλωτα στην υπερεκμετάλλευση και την καταστροφή των ενδιαιτημάτων τους, αλλά παραδόξως είναι ευκολότερο να προστατευθούν με τις παραδοσιακές μεθόδους, παρά όσα έχουν ένα ευρύ μέτωπο μετανάστευσης. Έτσι ο πληθυσμός των γκρίζων φαλαινών του Ανατολικού Ειρηνικού έφθασε στο χείλος της εξαφάνισης όταν οι φαλαινοθήρες του 19ου αιώνα ανακάλυψαν τη ρηχή λιμνοθάλασσα στην Μπάχα της Καλιφόρνιας όπου τα ζώα συγκεντρώνονταν για να ζευγαρώσουν και να αναπαραχθούν. Η επακόλουθη όμως προστασία των περιοχών αυτών από τη Μεξικανική κυβέρνηση σε συνδυασμό με τη διεθνή απαγόρευση της εμπορικής φαλαινοθηρίας, επέτρεψαν στον πληθυσμό των ζώων να ανακάμψει. Αντιθέτως είδη με μεγάλα εύρη περιοχών αναπαραγωγής ή διαχείμασης και εκτεταμένες μεταναστευτικές πορείες μπορεί να είναι λιγότερα ευάλωτα σε ατομικές απειλές, είναι όμως δυσκολότερο να προστατευθούν. Σκεφθείτε την περίπτωση της μπλε σύλβιας (σ.μ. Dendroica cerulea), ενός ωδικού πουλιού που βρίσκεται υπό εξαφάνιση, το οποίο αναπαράγεται στα δάση κατά μήκος μια στενής λωρίδας της Ανατολικής Βόρειας Αμερικής και διαχειμάζει στα δάση των υψιπέδων από τη Βενεζουέλα ως το Περού. Καμία από τις περιοχές αυτές μεμονωμένα δεν είναι κρίσιμη για την επιβίωσή του, ωστόσο η επιβίωση του πουλιού είναι προβληματική στο σύνολο των περιοχών στις οποίες ζει. Η μεταβολή της μορφολογίας των κορυφογραμμών από τις διεργασίες απομάκρυνση των προϊόντων από την εξόρυξη μεταλλευμάτων και η ανάπτυξη, έχουν καταστρέψει τους τόπους αναπαραγωγής του, τα δάση που χρησιμοποιούντο για τη διαχείμασή του, έχουν εκχερσωθεί προκειμένου να αποδοθούν στη γεωργία και την παραγωγή κόκας, ενώ η μεταναστευτική πορεία του έχει καταστεί αφιλόξενη, λόγω της καταστροφής των ενδιαιτημάτων του. Είναι σαφές ότι η μπλε σύλβια δεν μπορεί να προστατευθεί με τη δημιουργία προστατευμένων τόπων αναπαραγωγής και διαχείμασης (ειδικά όταν αγνοούμε τις ακριβείς περιοχές που κάθε αναπαραγωγικός πληθυσμός του περνάει το χειμώνα). Από την άλλη όμως μεριά ο πληθυσμός των πουλιών θα συνεχίσει να μειώνεται αν δεν προστατευθούν τα ενδιαιτήματα στα οποία αναπαράγονται και διαχειμάζουν. Πρέπει να υπάρχουν μερικές περιοχές κατά μήκος της μεταναστευτικής πορείας στις οποίες συγκεντρώνονται πληθυσμοί πουλιών, αλλά η πλειονότητά τους πιθανότατα μετακινείται σε μάλλον διάχυτες πορείες, μεταξύ των δύο ηπείρων. Έτσι δεν είναι ρεαλιστικό να υποθέσουμε ότι οποιοδήποτε διακριτό σύνολο μεταναστευτικών περιοχών προστασίας μπορεί να είναι αποτελεσματικό για το είδος αυτό. Η μακροχρόνια προστασία της μπλε σύλβιας (και όπως υποπτευόμαστε και πολλών άλλων μεταναστευτικών ειδών) απαιτεί μια ευρεία, μικτή στρατηγική που περιλαμβάνει: Δημιουργία πολυάριθμων περιοχών προστασίας αναπαραγωγής και διαχείμασης (κυρίως από κυβερνητικούς φορείς), προσδιορισμό και προστασία των κρίσιμων ενδιάμεσων σταθμών μετανάστευσης (από κυβερνητικούς φορείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις) και επίσης αξιοποίηση των οικονομικών κινήτρων, ώστε να ενθαρρύνονται οι γαιοκτήμονες να προστατεύουν μικρές εκτάσεις γης, που χρησιμεύουν ως ενδιαιτήματα της σύλβιας, κατά τη μετανάστευσή της (κίνητρα επίσης μπορούν να δοθούν για να αυξηθεί ο αριθμός των ενδιαιτημάτων που χρησιμοποιούνται για την αναπαραγωγή και τη διαχείμαση). Με δεδομένα τα κενά που έχουμε αναφορικά με τα πρότυπα μετανάστευσης και τη δημογραφική συνεκτικότητα της σύλβιας, μια τέτοια στρατηγική θα εξακολουθεί να έχει την αποτελεσματικότητα της βολής ενός κυνηγετικού όπλου: Θα προστατεύσουμε όσα περισσότερα ενδιαιτήματα σε όσες περισσότερες περιοχές είναι δυνατόν, και θα ελπίσουμε για το καλύτερο. Αυτοί είναι οι όροι του παιχνιδιού για τα περισσότερα μεταναστευτικά είδη πουλιών, νυκτερίδων και εντόμων. Οι προκλήσεις- επιστημονικές, οικονομικές και κοινωνικές που σχετίζονται με την προστασία των μεταναστευτικών ειδών είναι πολυάριθμες. Εξίσου όμως μέγαλο είναι και το κόστος. Μπορούμε να προστατεύσουμε φαινόμενα που μας κάνουν να αισθανόμαστε δέος και μας συνοδεύουν από την αυγή της ανθρωπότητας. Μπορούμε να προστατεύσουμε οικολογικές διαδικασίες που είναι ενσωματωμένες σε πολλά από τα οικοσυστήματα του πλανήτη. Και μπορούμε να λύσουμε επιστημονικά προβλήματα που απασχόλησαν φυσιοδίφες για αιώνες. Αν είμαστε επιτυχείς, θα είναι διότι οι κυβερνήσεις και τα μεμονωμένα άτομα, θα έχουν μάθει να ενεργούν προληπτικά και σε συνεργασία στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων και διότι θα έχουμε δημιουργήσει ένα διεθνές δίκτυο προστατευμένων περιοχών που θα είναι επαρκές για τη διατήρηση του μεγαλύτερου μέρους της ποικιλότητας του πλανήτη. Αναφορές1. Sanderson FJ, Donald PF, Pain DJ, Burfield IJ, van Bommel FPJ (2006) Long-term population declines in Afro-Palearctic migrant birds. Biol Conserv 131: 93–105. Find this article online2. Berger J, Young JK, Berger KM (2008) Protecting migration corridors: Challenges and optimism for Mongolian saiga. PLoS Biol 6(7): e165. doi:10.1371/journal.pbio.0060165. Find this article online 3. Gresh T, Lichatowich J, Schoonmaker P (2000) An estimation of historic and current levels of salmon production in the northeast Pacific ecosystem: evidence of a nutrient deficit in the freshwater systems of the Pacific Northwest. Fisheries 25: 15–21. Find this article online 4. Webster MS, Marra PP, Haig SM, Bensch S, Holmes RTI (2002) Links between worlds: Unraveling migratory connectivity. Trends Ecol Evol 17: 76–83. Find this article online 5. Berthold P (1993) Bird migration: A general survey Oxford: Oxford University Press. 239. p. 6. Faaborg J (2002) Saving migrant birds: Developing strategies for the future Austin: University of Texas Press. 226. p. 7. Sillett TS, Holmes RT (2002) Variation in survivorship of a migratory songbird throughout its annual cycle. J Anim Ecol 71: 296–308. Find this article online 8. Wikelski M, Kays RW, Kasdin J, Thorup K, Smith JA, et al. (2007) Going wild—What a global small-animal tracking system could do for experimental biologists. J Exp Bio 210: 181–186. Find this article online 9. Nabhan GP, editor (2004) Conserving migratory pollinators and nectar corridors in western North America Tucson: University of Arizona Press. 190. p. 10. Williams-Guillén K, Perfecto I, Vandermeer J (2008) Bats limit insects in a neotropical agroforestry system. Science 320: 70. Find this article online 11. Bauer S, Gienapp P, Madsen J (2008) The relevance of environmental conditions for departure decision changes en route in migrating geese. Ecology In press. 12. Mueller T, Olson KA, Fuller TK, Schaller GB, Murray MG, et al. (2008) In search of forage: Predicting dynamic habitats of Mongolian gazelles using satellite-based estimates of vegetation productivity. J Appl Ecol 45: 649–658. Find this article online 13. Coppack T, Both C (2002) Predicting life-cycle adaptation of migratory birds to global climate change. Ardea 90: 369–378. Find this article online 14. Jenni L, Kery M (2003) Timing of autumn bird migration under climate change: advances in long-distance migrants, delays in short-distance migrants. Proc R Soc Lond B Biol Sci 270: 1467–1471. Find this article online 15. Wilcove DS (2008) No way home: The decline of the world's great animal migrations Washington (D. C.): Island Press. 245. p. 16. Ahola M, Laaksonen T, Sippola K, Eeva T, Rainio K, et al. (2004) Variation in climate warming along the migration route uncouples arrival and breeding dates. Glob Chang Biol 10: 1610–1617. Find this article online 17. Both C, Bouwhuis S, Lessells CM, Visser ME (2006) Climate change and population declines in a long-distance migratory bird. Nature 441: 81–83. Find this article online 18. Schulz F (2008) Yellowstone to Yukon: Freedom to roam Seattle: Braided River. 196. p. |