www.biology4u.gr

 

"Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να μπορείς να παραμένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας πιο πέρα, θα πρέπει να τρέχεις, τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο"

 

Από τον συγγραφέα της "Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων" L. Carrol
Της Beatriz Aleph


Η αβάσταχτη ιδιότητα του Βιολόγου PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Beatriz Aleph   
Παρασκευή, 20 Φεβρουάριος 2009 05:54
Πριν μια βδομάδα,. καθώς πήγαινα σε συνέντευξη για δουλειά, έπιασα κουβέντα με μια κυρία στο λεωφορείο και κάποια στιγμή -αναπόφευκτα- με ρώτησε τι δουλειά κάνω. «Είμαι βιολόγος» της απάντησα και αμέσως μετά είδα την έκφραση της να γίνεται συμπονετική, γεμάτη οίκτο. «Να σε ρωτήσω, δηλαδή εσείς οι βιολόγοι τι κάνετε; Είστε κάτι σαν γιατροί;» μου απάντησε μετά από λίγη σκέψη. Έχω ακούσει περίπου εκατό φορές την ατάκα «είστε κάτι σαν γιατροί» που άκουσα και από την κυρία (που αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο ποσοστό πληθυσμού στη χώρα μας). Βέβαια οι ίδιες κυρίες που κάνουν τέτοιες ερωτήσεις πίνουν καφέ με τις φίλες τους και συζητάνε για τα πλεονεκτήματα της κρέμας ματιών με DNA, για βιολογικά προϊόντα ή και για βιολογικό ντετερμινισμό, αν έχουν ένα ευρύτερο πεδίο ενδιαφέροντος. Ωστόσο οι βιολόγοι ακόμα δεν έχουμε παγιώσει τη θέση μας στη συνείδηση του κόσμου ως αυτόνομοι επιστήμονες.
Όταν σπούδαζα, οι φοιτητές από τις άλλες σχολές μας αποκαλούσαν αποτυχημένους γιατρούς και πράγματι είχα διαπιστώσει ότι αυτό αποτελούσε μια περίπτωση αλήθειας, ιδίως για ένα μεγάλο μερίδιο των συμφοιτητών μου που προσέρχονταν στα αμφιθέατρα με κυρίαρχο συναίσθημα την απογοήτευση και την πικρία. Ήθελαν να γίνουν γιατροί μα συμβιβάστηκαν με μια «μέτρια» σχολή. Οι περισσότεροι από αυτούς θα γίνονταν πολύ καλοί γιατροί φαντάζομαι, αλλά μάλλον δε θα γίνουν ποτέ καλοί βιολόγοι και δε θα αγαπήσουν –και μάλλον θα μισήσουν- τη Βιολογία γιατί γι’ αυτούς εκπροσωπεί μια μετριότητα, μια συμβιβαστική οδό επαγγελματικής αποκατάστασης ή μια σχολή που πρέπει να… τελειώνει για να αρχίσουν οι κατατακτήριες.
Όταν μπήκαμε στο μεταπτυχιακό, παρατηρούσα πλέον την εκδήλωση της απεγνωσμένης προσπάθειας αρκετών παιδιών να πείσουν πρώτα τον εαυτό τους και ύστερα τους γύρω ότι το να είσαι βιολόγος είναι πολύ καλύτερο από οτιδήποτε άλλο, ότι αυτή είναι η καλύτερη δυνατή εξέλιξη στη ζωή κάποιου, κυρίως όμως είναι καλύτερο από το να είσαι γιατρός ή και χημικός. Αυτό μάλιστα ήταν και το αγαπημένο θέμα συζήτησης στα κυλικεία και στις αίθουσες λίγο πριν το μάθημα. Κάποια από τα κυρίαρχα στοιχεία της παραπάνω επιχειρηματολογίας ήταν τα εξής: «Οι γιατροί είναι τεχνικοί κι όχι επιστήμονες», «Όλες τις καινοτομίες στο χώρο της ιατρικής τις έχουν θέσει βιολόγοι», «Οι χημικοί δεν έχουν ιδέα από βιολογικά συστήματα, μια βιοχημεία ξέρουν μόνο και αυτή όχι καλά», «Ο Θεός είναι βιολόγος» και πολλά άλλα.
Παρατηρούσα και παρατηρώ ακόμα με τρόμο συναδέλφους, παλιούς συμφοιτητές, να βασανίζονται από την «κρίση» αυτή του να είσαι βιολόγος και αναρωτιέμαι, γιατί όλο αυτό; Γιατί αυτοί οι άνθρωποι αγωνίζονται να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες; Προσπαθώ να παραλληλίσω την τάση αυτή με ανάλογες συμπεριφορές σε άλλες, καθημερινές καταστάσεις, μήπως και εντοπίσω αυτό που οδηγεί σε τέτοια μιζέρια τον κόσμο των βιολόγων. Μοιάζει σαν κάποιος πολύ ψηλός να προσπαθεί καθημερινά να πείσει τους γύρω του ότι το να είσαι πολύ ψηλός είναι ό,τι καλύτερο, με βασικό επιχείρημα πως αν είσαι κοντός ή μετρίου αναστήματος, δε θα γίνεις καλός μπασκετμπολίστας. Ένας ψυχαναλυτής θα έδινε σίγουρα μια ορθότερη και πιο φιγουράτη απάντηση σε αυτή τη συμπεριφορά, μα η κοινή λογική μου εξηγεί πως αυτή η στάση απέναντι σε μια ιδιότητα, το ύψος, μάλλον υποκρύπτει την απελπισμένη προσπάθεια του υποθετικού αυτού τύπου να μειώσει κατάτι τους άλλους, για να βιώσει την ηθική «ηδονή» του να βρεθεί πιο ψηλά, σε κάποια υποθετική επίσης κλίμακα αξιών από την πλειοψηφία των κοντύτερων από αυτόν άλλων. Το περίεργο είναι ότι ούτε ο ψηλός αυτός κύριος ούτε ο κάθε βιολόγος έχει λόγο να νιώθει υποδεέστερος και όμως αμφότεροι νιώθουν. Εύλογα γεννιέται το ερώτημα γιατί να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Θα μπορούσε άραγε κάποιος ή κάποιοι να έκαναν τον άντρα αυτό να νιώθει άσχημα για το ύψος του και του τσάκισαν σε τέτοιο βαθμό την αυτοεκτίμηση και το ηθικό ώστε νιώθει συνεχώς την ανάγκη να αποδεικνύει ότι το να είσαι ψηλός είναι προσόν;
Ειδικότερα για τη Βιολογία, η πρώτη σκέψη είναι ότι είναι νέα επιστήμη και ως τέτοια αντιμετωπίζεται ακόμα με καχυποψία, άγνοια ή αδιαφορία, στοιχεία που εισπράττουμε εμείς οι βιολόγοι. Η αρνητική ή αδιάφορη στάση του κόσμου δίνει τροφή στην προσπάθεια να αποδείξουμε ότι έχουμε μια πολύ σημαντική θέση στο επιστημονικό στερέωμα και μας οδηγεί στην επιλογή λανθασμένων τακτικών για να το καταφέρουμε. Ωστόσο πρέπει να αναζητηθούν περισσότεροι ένοχοι όταν οι μανάδες σπαράζουν από πόνο που το παιδάκι τους δε μπήκε στην Ιατρική αλλά στη Βιολογία και που ο περίγυρος θεωρεί ότι οι βιολόγοι είναι ένα σινάφι απροσδιορίστου ιδιότητας.
Έχω την αίσθηση ότι μία βασική αιτία που η Βιολογία δεν έχει καταξιωθεί στο μυαλό των ανθρώπων, συχνά ούτε των βιολόγων, είναι γιατί δεν έχει αρκετούς ένθερμους υποστηρικτές και αγωνιστές ούτε καν μέσα στα δικά της χωράφια. Αν και υπάρχουν αρκετοί που ασχολούνται με θέρμη με τη συγκεκριμένη επιστήμη, δεν παύει να αποτελούν μια μειοψηφία ανίσχυρη να αλλάξει το κατεστημένο, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν την επιστήμη ως μέσω πραγματοποίησης μιας ακραίας φιλοδοξίας –για να μη γίνει λόγος για ματαιοδοξία. Εξάλλου πολλοί αν και αγαπούν τη Βιολογία δεν θα εμβαθύνουν ποτέ, επηρεασμένοι από την κοινή γνώμη, από το φόβο μην καταλήξουν μέσα σε ένα χώρο ανθρώπων με ελάχιστη αίγλη και οικονομική επιφάνεια.
Στην πράξη αυτό που διαπιστώνω, ανατρέχοντας και σε γεγονότα της δικής μου ζωής, είναι ότι όλα αυτά που μαστίζουν σήμερα τη Βιολογία και σκιάζουν την αξία και τη λάμψη της δεν είναι παρά ένα γονίδιο μιας σύγχρονης κοινωνικής αντίληψης που κωδικοποιεί για την αλληλουχία ατυχών και άστοχων κοινωνικών αντιδράσεων. Το γονίδιο αυτό προάγει τελικά την αμαύρωση του κύρους της Βιολογίας και της επιστήμης γενικότερα στο μυαλό του μέσου ανθρώπου, βιολόγου και μη, και τη ματαίωση των «βιοονείρων». Το πρώτο «κωδικόνιο» είναι σχεδόν πάντα οι φιλοδοξίες των γονιών μας, ακολουθούν οι ενοχές μας που δεν τις εκπληρώσαμε ή αντιταχθήκαμε σε αυτές «ενώ αυτοί έγιναν χίλια κομμάτια για εμάς» και ενδιάμεσα εντοπίζονται η ανύπαρκτη ενημέρωση των μαθητών για το πεδίο στο οποίο κινείται η επιστήμη, οι αμελητέες χρηματοδοτήσεις ερευνητικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων στη χώρα μας και μια σωρεία ακόμα παραγόντων. Τα κωδικόνια λήξης δομούνται από την απογοήτευση που βιώνουν οι βιολόγοι εξαιτίας της ανεργίας, της αντιμετώπισής τους ως «μη επιστημόνων» ακόμα και από τους «ειδήμονες» και τους κρατικούς φορείς και τελικά η εκπλήρωση της πρόβλεψης κάποιων ότι το να σπουδάσει κανείς Βιολογία είναι «σκέτη αποτυχία». Πράγματι η «προφητεία» επαληθεύεται, εφόσον οι βιολόγοι αφού βιώσουν την κριτική και φορέσουν το καπέλο του αποτυχημένου γιατρού ή του ημιεπιστήμονα-παρασκευαστή, αναγκάζονται να απασχοληθούν με αλλότρια για να επιβιώσουν, να γίνουν ντίλερς σε φαρμακευτικές εταιρίες, ενώ λίγοι «τυχεροί» θα εισδύσουν στο χώρο της εκπαίδευσης και θα προσπαθήσουν να πείσουν τους μαθητές για τις χαρές της επιστήμης. Σε κάθε περίπτωση όλο και περισσότεροι νέοι βιολόγοι μετανιώνουν για την επιλογή τους και η συμπάθεια που έτρεφαν άλλοτε για τη Βιολογία μετουσιώνεται σε απέχθεια ή αδιαφορία.
Τελικά στην (επιπόλαιη) ερώτηση αν η Βιολογία είναι κάτι σαν την Ιατρική, οι απαντήσεις που συχνότερα δίνονται από συναδέλφους είναι δύο: «ναι κάτι σαν Ιατρική» ή «λίγο καλύτερο από ιατρική». Τόσα χρόνια μελετών, επιστημονικών θριάμβων και απρόσκοπτης προόδου δεν έχουν συμβάλει ιδιαίτερα στην εξάλειψη του αισθήματος της μειονεξίας, δεν έχουν βοηθήσει τους βιολόγους να ορθώσουν το ανάστημα, να αδιαφορήσουν για τις άστοχες αντιλήψεις των αδαών. Όσο ο καιρός περνάει όμως και διατηρείται αυτό το καθεστώς, τα πράγματα δε μπορεί παρά να χειροτερεύουν. Για παράδειγμα, είναι πια απαραίτητη προϋπόθεση για ένα βιολόγο που θέλει να εκπονήσει μια διατριβή, να ζει με το χαρτζιλίκι των γονιών του μέχρι τα 30 τουλάχιστον, αφού υποτροφίες υπάρχουν ελάχιστες και όσες υπάρχουν αδυνατούν να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες -πόσο μάλλον όταν μια μοναδική υποτροφία πρέπει να μοιραστεί σε πολλούς. Ταυτόχρονα το εργαστήριο απαιτεί εξαντλητικά ωράρια απασχόλησης, πράγμα που αποκλείει μια δεύτερη εργασία. Το να περιμένουμε και να δεχόμαστε παθητικά κάθε χτύπημα από τη μία και από την άλλη να προσπαθούμε καθημερινά να αποδείξουμε ότι είμαστε «κάποιοι» με την πενιχρή μας επιχειρηματολογία και συχνά εκτοξεύοντας σφαίρες μίσους προς άλλους επιστήμονες, δυστυχώς είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Μάλλον είναι πια καιρός ο καθένας να αποφασίσει με ποια ομάδα θα παίξει, να σκεφτεί τι ζητάει και μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει, ώστε να μπορέσουμε κάποτε να διεκδικήσουμε τα αυτονόητα, αφού έχει καταντήσει πλέον το πιο παρήγορο που ακούμε να είναι «Πω πω είσαι βιολόγος!!! Γουστάρω!!! Έχεις ανακαλύψει τίποτα καλό;».
 
Σοκολάτα: Ο πιο γλυκός μας φίλος !!! (υπό τον όρο ότι….) PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Beatriz Aleph   
Σάββατο, 13 Σεπτέμβριος 2008 05:18
Χρόνια τώρα ακούμε ή διαβάζουμε στα διάφορα μέσα για το πόσο ευεργετικό μπορεί να είναι ένα φλιτζάνι τσάι και μάλιστα το πράσινο τσάι ή το λευκό. Οι γυναίκες, οι μαθητές, οι αθλητές, ασθενείς και οδοιπόροι όλοι πρέπει να πίνουν τσάι. Όταν δε η βιομηχανία του τσαγιού μυρίστηκε  τη γέννηση νέας τάσης -που εδώ στην Ελλάδα εκφραζόταν ως απάρνηση των πατροπαράδοτων απολαυστικών αφεψημάτων ματζουράνας και φασκόμηλου και τη στροφή προς το τσάι σε φακελάκι και ιδίως το πράσινο- έτριβε τα πλοκάμια της. Ωστόσο οι επιστήμονες έχουν τονίσει ότι η ποσότητα των αντιοξειδωτικών που απαιτείται για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών του μέσου ανθρώπου αντιστοιχεί σε 8 φλιτζάνια τσάι ημερησίως. Όμως το αφέψημα πράσινου και λευκού τσαγιού όσο υγιεινό και αν είναι, έχει πολύ περίεργη (τουλάχιστον περίεργη) γεύση. Συνήθως ο μέσος άνθρωπος άντε να πιει ένα φλιτζάνι τη μέρα το πολύ δύο τις μέρες που η αυτοεκτίμηση φτάνει στο μέγιστο (ή το ελάχιστό, δεν έχω καταλήξει αν πίνω τσάι για να εκδικηθώ ή για να ωφελήσω τον εαυτό μου). Αλλά οχτώ; Μα είναι τρελοί ; Αλλά εκεί που νιώθουμε να κατρακυλάμε στους καρκίνους, τις άνοιες, τις καρδιοπάθειες και αισθανόμαστε την νοητική μας επίδοση να μειώνεται καθημερινά, οι βιολογικές έρευνες έρχονται να μας σώσουν!!!

Πράγματι, εδώ και μερικά χρόνια έχει παρατηρηθεί στροφή του ενδιαφέροντος στη χρήση φυσικών μεθόδων και ορθότερης διατροφής για την πρόληψη ή/και καταπολέμηση πληθώρας ασθενειών. Στη νέα αυτή τάση,  τα αντιοξειδωτικά που βρίσκονται στις φυσικές τροφές διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο, αφού πολλές μελέτες δείχνουν ότι το οξειδωτικό στρες που συνοδεύεται από ενεργές ρίζες οξυγόνου (ROS) και αζώτου (RNS) αποτελεί μια από τις σημαντικότερες γενεσιουργές αιτίες ασθενειών όπως αρτηριοσκλήρωση, καρκίνο, εγκεφαλικά και νευροεκφυλιστικά νοσήματα. Μεταξύ όλων των οργάνων, ο εγκέφαλος είναι το πλέον επιρρεπές στην πρόκληση οξειδωτικών βλαβών, εξαιτίας της υψηλής κατανάλωσης οξυγόνου, τα υψηλά επίπεδα πολυακόρεστων λιπαρών οξέων που προσβάλλονται άμεσα από τις ελεύθερες ρίζες και τα σχετικά υψηλά επίπεδα οξειδοαναγωγικών μετάλλων ιόντων όπως σιδήρου και χαλκού, τα οποία σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε οξυγόνο, οδηγούν στην παραγωγή ελευθέρων ριζών. Στη συνέχεια οι ενεργές ρίζες (κυρίως οξυγόνου και αζώτου), αντιδρούν με βιομόρια προκαλώντας τους οξειδωτικές βλάβες  

Πρόσφατα επίσης έχει δειχθεί ότι το κακάο και η σοκολάτα, ενδέχεται να είναι ισχυροί σύμμαχοι της επιστήμης ενάντια στην αντιμετώπιση ασθενειών προκαλούμενων από οξειδωτικό στρες. Το κακάο, προέρχεται από τους καρπούς του δένδρου Theobroma cacao  και η σοκολάτα αποτελεί προϊόν της κατεργασίας του καρπού αυτού. Η κατανάλωση τους έχει συνδεθεί μεταξύ άλλων με τη ψυχική διάθεση, την κατάθλιψη, και ακόμα τον εθισμό και την επίδραση σε συστήματα νευροδιαβιβαστών.
Πλέον έχει βρεθεί ότι η σοκολάτα/κακάο αποτελούν δύο από τις πιο πλούσιες σε φλαβονοειδή τροφές, όπως έχει δείξει η ανάλυσή τους. Συγκεκριμένα περίπου το 10% του βάρους της σκόνης κακάο είναι πολυφαινόλες, κυρίως μεθυλξανθίνες και προκυανιδίνες και φλαβονοειδή με τη βασική χημική δομή που συναντούμε στις επικατεχίνες και κατεχίνες η οποία και εξηγεί την αντιοξειδωτική τους ικανότητα. Εξάλλου τα φλαβονοειδή στο κακάο/σοκολάτα εμφανίζουν μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα φλαβονοειδή σε άλλες τροφές όπως το τσάι.  Συγκεκριμένα έχει φανεί ότι ενώ συνήθως οι επικατεχίνες σχηματίζουν μικρά διμερή ή τριμερή, στο κακάο απαντώνται οργανωμένες σε μακρύτερες αλυσίδες, συχνά με 10 και πλέον μονάδες επικατεχίνης ανά ολιγομερές. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες του κακάο/σοκολάτας, είναι πολλαπλάσιες σε σχέση με άλλες πηγές αντιοξειδωτικών.
Η τελευταία υπόθεση φαίνεται να ενισχύεται μέσα από μελέτες που έχουν αναδείξει το κακάο ως καρδιοπροστατευτικό, καθώς μειώνει την οξείδωση της LDL-χοληστερόλης.

Έτσι στον διαχρονικής ισχύος κανόνα της διατροφής  Υ=Α.c  (Y:υγιεινό τρόφιμο, Α: άνοστο τρόφιμο και μπορεί να πάρει τιμές από άνοστο έως εμετικό και c είναι η σταθερά που ποικίλει από άτομο σε άτομο και εκφράζει τόλμη και συχνά εκφυλισμό των αισθητηρίων της γεύσης) βρέθηκε η πολυπόθητη εξαίρεση αλλά με κάποιους (φυσικά) περιορισμούς.
Διαβάσαμε λοιπόν στο πλέον έγκυρο επιστημονικό περιοδικό Nature (είναι περιοδικό με  μεγάλο συντελεστή βαρύτητας και έχει φέρει στο φως μερικές από τις πιο αξιοσημείωτες επιστημονικές εργασίες) ότι ναι μεν έχει η σοκολάτα όλα τα απαραίτητα προσόντα για να καταναλώνεται από όλους χωρίς ενοχές και ενδοιασμούς αλλά δεν πρέπει να καταναλώνεται σε συνδυασμό με γάλα, μια που εξαλείφεται κάθε όφελος. Η αντιοξειδωτική δράση μιας βρώσιμης ουσίας μπορεί να προσδιοριστεί με μέτρηση της αύξησης των αντιοξειδωτικών ουσιών στο πλάσμα του αίματος του ατόμου που κατανάλωσε την τροφή. Η μέτρηση αυτή γίνεται έμμεσα με ειδικά αντιδραστήρια [ferric-reducing antioxidant potential (FRAP) assay] και ουσιαστικά βασίζεται στην ικανότητα των αντιοξειδωτικών (και συνεπώς του πλάσματος) να ανάγουν σίδηρο  Στην προκειμένη περίπτωση η ερευνητική ομάδα, επέλεξε υγιείς εθελοντές με σχετικά εξισωμένα χαρακτηριστικά και τους χώρισε σε τρεις  ομάδες. Στην πρώτη ομάδα έδιναν απλή μαύρη σοκολάτα χωρίς προσμίξεις (100 γρ), στη δεύτερη σοκολάτα γάλακτος (200 γρ) και στην τρίτη μαύρη σοκολάτα (100 γρ) μαζί με 200 ml γάλα.
Μία ώρα μετά την κατανάλωση των παραπάνω μετρήθηκε η αντιοξειδωτική ικανότητα του πλάσματος σε καθένα από τους εθελοντές και προέκυψε το εξής αποτέλεσμα : όσοι κατανάλωσαν μόνο μαύρη σοκολάτα παρουσίασαν κατακόρυφη αύξηση της αντιοξειδωτικής δράσης του αίματός τους και επαναφορά στο αρχικό επίπεδο τέσσερις ώρες μετά, ενώ οι άλλες δυο ομάδες δεν παρουσίασαν σημαντική αλλαγή.

Το εύρημα αυτό υποδεικνύει ότι κάποια από τα συστατικά του γάλακτος εμποδίζουν την απορρόφηση της επικατεχίνης, ενδεχομένως λόγω σχηματισμού δεσμών μεταξύ των φλαβονοειδών της σοκολάτας και κάποιων συστατικών –μάλλον πρωτεϊνών- του γάλακτος. Ένα δεύτερο συμπέρασμα άλλωστε είναι ότι το γάλα πιθανότατα να ευθύνεται για ανάλογη αδρανοποίηση των αντιοξειδωτικών από άλλες πηγές όπως το τσάι ή ο καφές ή και τα φρούτα και δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλοι συνδυασμοί τροφίμων που μειώνουν τα οφέλη των φλαβονοειδών στην υγεία.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο σημερινός τρόπος ζωής επιτείνει το οξειδωτικός στρες και οδηγεί ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων σε επικίνδυνα νοσήματα και ψυχοφθόρες καταστάσεις. Επομένως τα αντιοξειδωτικά φαίνεται ότι πρέπει να αποτελούν απαραίτητο συστατικό της διατροφής όλων. Πάντως πρέπει κανείς να είναι προσεκτικός στις επιλογές του και να ενημερώνεται συνεχώς από έγκυρες πηγές αφού συχνά μια  πρωτοποριακή έρευνα έχει άθελά της προσφέρει πρόσφορο έδαφος σε επιτήδειους να κοροϊδέψουν και να κερδοσκοπήσουν παραποιώντας δεδομένα και διαστρεβλώνοντας επιστημονικές αλήθειες.

Βιβλογραφία

Orly Weinreb, Silvia Mandel, Tamar Amit, Moussa B.H Youdim, Neurological mechanisms of green tea polyphenols in Alzheimer’s and Parkinson diseases, 2004, J. of Nutritional Biochemistry, 15 (2004) 506-516.

Mauro Serafini, R. Bugianesi, G. Maiani, S. Valtuena, S.D. Santis, A. Crosier, Plasma antioxidants from  chocolate, 2003,  Nature Brief communications, 424-1013.

Charles Ramassamy, Emerging role of polyphenolic compounds in the treatment of neurodegenerative diseases: A review of their intracellular targets, 2006, European Journal of Pharmacology, 545:51-64.

Carl L. Keen, Chocolate: Food as Medicine/Medicine as Food, 2001, Journal of the American College of Nutrition, Vol. 20, No. 5, 436–439

Azizah Othman , Amin Ismail , Nawalyah Abdul Ghani , Ilham Adenan , Antioxidant capacity and phenolic content of cocoa beans, 2005, Food Chemistry 100 (2007) 1523–1530.

D. Allan Butterfield , Tanea Reed, Shelley F. Newman, Rukhsana Sultana, Roles of amyloid β-peptide-associated oxidative stress and brain protein modifications in the pathogenesis of Alzheimer's disease and mild cognitive impairment,2007, Free Radical Biology & Medicine 43:658–677.

Gordon Parker , Isabella Parker , Heather Brotchie, Mood state effects of chocolate,2006 journal of affective disorders.

 


ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

ΔΙΚΤΥΟ-ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ