www.biology4u.gr

 

"Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να μπορείς να παραμένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας πιο πέρα, θα πρέπει να τρέχεις, τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο"

 

Από τον συγγραφέα της "Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων" L. Carrol
Όταν η Τέχνη συνομιλεί με την Επιστήμη PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την Μάνος Σιδεράκης   
Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009 16:14
Πόσο απέχει ο καλλιτεχνικός τρόπος σκέψης από τον επιστημονικό και πώς μπορεί ένας καλλιτέχνης να προσεγγίσει τα επιστημονικά ζητήματα και να εκφραστεί μέσα από αυτά; Σε πρόσφατο τεύχος του PLOS Biology η Cheryl Kerfeld του Πανεπιστήμιου του Μπέρκλεϊ και του Ινστιτούτου Joint Genome των ΗΠΑ μας περιπλανεί στις σελίδες του βιβλίου ‘‘Tactical Biopolitics’’ των Beatriz da Costa και Kavita Philip. Το κείμενο που ακολουθεί πρόκειται για μια περιληπτική απόδοση της ανασκόπησής της στα ελληνικά.
Διαχρονικά τα μεγαλύτερα επιστημονικά επιτεύγματα ξεφεύγουν από τα στενά επιστημονικά όρια, προσελκύουν το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού και εξάπτουν τη φαντασία του. Δείγματα τέτοιων στιγμών εντυπωσιασμού έχουν αποτυπωθεί σε έργα τέχνης. Όταν στο ποίημα του 17ου αιώνα «Χαμένος Παράδεισος» του J. Milton ο Σατανάς σταματάει στον Ήλιο ζητώντας οδηγίες για να φτάσει στη Γη, ο ποιητής υπαινίσσεται το έργο του Γαλιλαίου: “There lands the Fiend, a spot like which perhaps/Astronomer in the Sun’s lucent Orbe/Through his glaz’d Optic Tube yet never saw’’. Η ενσωμάτωση της έλλειψης στην μπαρόκ αρχιτεκτονική και η επίδραση της θεωρίας της σχετικότητας στο ρεύμα του κυβισμού αποτελούν δύο ακόμα παραδείγματα επίδρασης της επιστήμης στην τέχνη. Μαζί με τη θεωρία της σχετικότητας και η κβαντική μηχανική φαίνεται να επηρέασε την ποίηση του T.S. Eliot: ‘‘What might have been is an abstraction/Remaining a perpetual possibility/Only in a world of speculation’’.
Ολόκληρα καλλιτεχνικά ρεύματα έχουν θεωρηθεί απάντηση στις επιστημονικές ιδέες της εποχής. Η Ρομαντική Αντίδραση του 18ου αιώνα στη μηχανιστική θεώρηση του κόσμου που επικρατούσε εκείνη την περίοδο απεικονίζεται στα λόγια του Schlegel: «η ερμηνεία ενός οργανικού προϊόντος, ενός οργανικού όντος, πρέπει να είναι ιστορική, όχι μηχανική». Αντίστροφα, το πολιτιστικό κλίμα μπορεί να επηρεάσει την επιστημονική σκέψη. Έχει προταθεί, πως η επινόηση της ιδέας της φυσικής επιλογής από τον Δαρβίνο έχει ρίζες στα ρομαντικά ιδεώδη. Σήμερα λοιπόν, στον αιώνα της βιολογίας και της τεχνολογικής επανάστασης που μπορεί μέχρι και μορφές ζωής να δημιουργήσει, πώς αλληλεπιδρά η επιστήμη με την τέχνη; Το βιβλίο ‘‘Tactical Biopolitics’’ καταπιάνεται με αυτήν ακριβώς τη σχέση και μας δείχνει πώς οι καλλιτέχνες και άλλοι μη-επιστήμονες μπορούν να εμπνευστούν από τα αποτελέσματα της βιολογικής έρευνας.
Το βιβλίο πρόκειται ουσιαστικά για ένα σύνολο δοκιμίων κατηγοριοποιημένων ανά θεματολογία – π.χ. Το Βιοεργαστήριο και το Κοινό, Επαγγελματική και Ερασιτεχνική Επιστήμη, Βιοασφάλεια και Βιοηθική – στα οποία φαίνονται τόσο η εποικοδομητική επικοινωνία μεταξύ επιστήμης, τέχνης και πολιτικής, όσο και οι αψιμαχίες που προκύπτουν. Για την κατανόηση αυτής της διεπιστημονικής ανταλλαγής κάθε ειδικός, επιστήμονας ή μη, πρέπει να αποδεχτεί τους ιδιωματισμούς του συνομιλητή του. Έτσι ο βιολόγος θα συναντήσει περίεργες λογοτεχνικές παραθέσεις και συγχωνεύσεις επιθέτων με ουσιαστικά, που θα τον κάνουν να καταλάβει, ότι μιλάμε πλέον για ένα εναλλακτικό πεδίο των βιολογικών επιστημών. Οι περίεργοι λεκτικοί συνδυασμοί μπορούν στην καλύτερη να προκαλέσουν μία περισυλλογή ή να φανούν ως αδιαπέραστα γλωσσικά εμπόδια ή να θυμίσουν ποίηση: «Μία ανυπολόγιστη ποσότητα παραγωγικής ενέργειας κατασπαλείται ανακουφίζοντας το άγχος που εισάγεται από το κεφάλαιο μέσω ύπουλων και εισβαλλόντων χειρισμών από μεγάλα τμήματα της δημόσιας φαντασίας» (!).
Τα δοκίμια γράφτηκαν από μια ομάδα «φαινοτυπικά» διαφορετικών μη-επιστημόνων, όπως καλλιτέχνες, ακτιβιστές και θεωρητικοί διαφόρων τομέων. Ο καλλιτέχνης Eduardo Kac ασχολήθηκε με το κατά πόσο είναι κοινωνικά αποδεκτό για τους καλλιτέχνες να δημιουργούν διαγονιδιακά ζώα. Οι γάλλοι ερευνητές που «δημιούργησαν» το διαγονιδιακό αλμπίνο κουνέλι Άλμπα, το οποίο φθόριζε χάρη στην πράσινη φθορίζουσα πρωτεΐνη (GFP), αρνήθηκαν να παραχωρήσουν το ζώο στον Kac, ο οποίος σκόπευε να διαμείνει μαζί του σε ένα μουσείο. Το πείραμα του Kac δεν πραγματοποιήθηκε, αλλά προκάλεσε έντονη συζήτηση για το αν μπορεί η ζωή να χρησιμοποιείται προς όφελος της τέχνης. Άλλοι συγγραφείς περιγράφουν τις εντυπώσεις τους από τα εργαστήρια βιολογίας, τα οποία χαρακτηρίζουν «υπερ-περίτεχνες κουζίνες σχεδιασμένες από τους επιστήμονες, ώστε να προκαλούν πίσω από κλειστές πόρτες ένα μυστήριο γύρω από τις επιστήμες». Αντίθετα, παραγωγική ήταν η συνεργασία της συγγραφέος επιστημονικής φαντασίας Gwyneth Jones και της αναπτυξιακής γενετίστριας Jane Davies, αποτέλεσμα της οποίας ήταν το μυθιστόρημα “Life”. Η Jones διαπιστώνει μάλιστα αρκετά κοινά σημεία μεταξύ των προτεινόμενων επιστημονικών μοντέλων και της αφήγησης ιστορίων. Οι Cardozo (βιολόγος) & Subramaniam (φιλόλογος) που σχολιάζουν το βιβλίο “All Over Creation” επισημαίνουν πώς μπορεί η λογοτεχνία να αποτελέσει μέσο διάδοσης επιστημονικών ιδεών. «Αν θες να γίνεις φιλόσοφος, γράψε ένα μυθιστόρημα», λένε. Αντίστοιχα, μία ιστορία φαντασίας μπορεί να θέσει επιστημονικά ερωτήματα χωρίς απαραίτητα να απαντά σε αυτά και έτσι να είναι εξίσου ενημερωτική και ψυχαγωγική.
Η πολιτική επιστήμονας Jacqueline Stevens μας μιλάει για την επιρροή που έχουν οι επιχειρήσεις σε πρόσφατες εκθέσεις επιστήμης & τέχνης. Σε ένα από τα παραδείγματά της κριτικάρει το έκθεμα Ecce Homology που αναφέρεται στις ομοιότητες μεταξύ των γονιδιωμάτων του ανθρώπου και του ριζιού. Η αλληλουχία γονιδίων καταβολισμού των υδατανθράκων των δύο οργανισμών προβαλλόταν ως εικονογράμματα στους άξονες ενός τοίχου της γκαλερί. Ο θεατής μπορούσε να επιλέξει μια αλληλουχία πλησιάζοντας την και έπειτα μέσω κατάτμησης και επανασυνδυασμού το εικονόγραμμα ταίριαζε με το αντίστοιχο του στο άλλο γονιδίωμα. Επρόκειτο για μια μεταφορά σε μέγεθος τοίχου του γνωστού μας BLAST. Η κριτική της Stevens επικεντρώθηκε στη διάθεση των καλλιτεχνών και επιστημόνων να ευχαριστήσουν τη χορηγό επιχείρηση, καθώς το BLAST απαιτεί υπολογιστική τεχνολογία υψηλών ταχυτήτων, την οποία παρέχει ο κύριος χρηματοδότης του εκθέματος, η Intel. Η Kerfeld που ήταν ένα από τα μέλη της ομάδας που δημιούργησαν το έκθεμα κατηγορεί την Stevens, ότι ούτε έλεγξε όλα τα δεδομένα, ούτε κατανόησε το διεπιστημονικό αποτέλεσμα. Ενώ η Stevens θεωρεί το έκθεμα ένα περίπλοκο λογοπαίγνιο με τις ελληνικής ρίζας λέξεις homo- (άνθρωπος) και hom- (όμοιος), η Kerfeld εξηγεί πως το Ecce Homology παραπέμπει στο Ecce Homo (ιδού ο άνθρωπος) που χρησιμοποίησε ο Νίτσε στο Λυκόφως των Ειδώλων και συνεχίζει λέγοντας πως το μάθημα από το συγκεκριμένο δοκίμιο είναι ότι το ερασιτεχνικό ενδιαφέρον για τον ανθρωπισμό δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτο...
Καταλήγοντας η Kerfeld σημειώνει πως ένας από τους περιορισμούς που έχουν τα παλιά πλέον μέσα επικοινωνίας, όπως μια συλλογή δοκιμίων, είναι η μορφή μονολόγων με την οποία παρουσιάζονται που δεν ευνοεί την έναρξη μιας διαρκούς συζήτησης. Προβλέπει όμως, ότι τα νέα μέσα θα αυξήσουν την ανταλλαγή απόψεων και θα εμπνεύσουν νέα συλλογικά πειράματα σκέψης και δημιουργίες τέχνης και επιστήμης. Το βιβλίο Tactical Biopolitics μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια στιγμιαία προβολή ενός από τα πλέον μακρινά σύνορα διεπιστημονικής εξερεύνησης.
ΣΗΜ. Η Kerfeld σημειώνει στο άρθρο, ότι όταν της ανατέθηκε από το PLOS Biology η ανασκόπηση του Tactical Biopolitics, ούτε αυτή αλλά ούτε και το περιοδικό γνώριζαν για την αναφορά στο έκθεμα Ecce Homology, καθώς δεν αναφέρεται στα περιεχόμενα.

 

Πρωτότυπη ανασκόπηση

http://www.plosbiology.org/article/info%3Adoi%2F10.1371%2Fjournal.pbio.1000100

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ