"Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να μπορείς να παραμένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας πιο πέρα, θα πρέπει να τρέχεις, τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο"
| 20 χρόνια μετά το ατύχημα του Τσέρνομπιλ |
|
|
|
| Συντάχθηκε απο τον/την hfr | |||||||||||||||
| Πέμπτη, 18 Μάιος 2006 05:50 | |||||||||||||||
Εισαγωγή![]() Πέρασαν 20 χρόνια από το μεγαλύτερο πυρηνικό ατύχημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, το ατύχημα του Τσέρνομπιλ. Ακόμη όμως οι ακριβείς συνθήκες που οδήγησαν στο ατύχημα αυτό είναι συγκεχυμένες, όπως επίσης συγκεχυμένες είναι οι ακριβείς επιπτώσεις του ατυχήματος, στην υγεία των εκατομμυρίων πολιτών που εκτέθηκαν στη ραδιενέργεια. Στο αφιέρωμα που ακολουθεί παρουσιάζεται ένα σύντομο ιστορικό του ατυχήματος και οι παρούσες εκτιμήσεις για την έκταση και τις συνέπειες της καταστροφής. Το ατύχημα
Διπλοπατήστε την εικόνα για να προβάλετε τα διαδοχικά στάδια στη διάδοση του ραδιενεργού νέφους που προκλήθηκε από το ατύχημα.
Οι λόγοι
Οι συνέπειες στην υγεία Οι άμεσες συνέπειες του ατυχήματος ήταν 31 θάνατοι (28 από την οξεία έκθεση στη ραδιενέργεια, 1 από εγκαύματα και 1 από έμφραγμα) πυροσβεστών και διασωστών που συμμετείχαν στην προσπάθεια κατάσβεσης και περιορισμού της καταστροφής. Επίσης 134 διεκομίσθηκαν ευσπεσμένα στα νοσοκομεία καθώς είχαν δεχτεί μεγάλες δόσεις ακτινοβολίας. Από τους 180 με 190 τόννους διοξειδίου του ουρανίου και προϊόντων σχάσης που περιείχε ο αντιδραστήρας, 8 τόννοι απελευθερώθηκαν με την τέφρα στην ατμόσφαιρα. Το 60% αυτών εναποτέθηκε στη Λευκορωσία. Το υπόλοιπο διεσπάρει ταχύτατα αλλά και ακανόνιστα, λόγω των ποικίλων καιρικών συνθηκών σε περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, του Ηνωμένου Βασιλείου, φθάνοντας ως και τις ανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ. Η κατανομή του Ιωδίου -131 στις 12 Μαίου του 1986. Οι λιγότερο επιβεβαρυμένες περιοχές επισημαίνονται με μπλε και πράσινο χρωματισμό, οι ενδιάμεσες με κίτρινο και οι περισσότερο με πορτοκαλί χρωματισμό. Η Διεθνής Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ)ανακοίνωσε ότι στο ατύχημα του Τσέρνομπιλ απελευθερώθηκαν 400 φορές περισσότεροι ρύποι απ΄όσο στη βόμβα που έπεσε στη Χιροσίμα. Ο ακριβής αριθμός των εργαζομένων που αναμίχθηκαν στις εργασίες που έγιναν στο σταθμό αμέσως μετά το ατύχημα αλλά και τα επόμενα χρόνια δεν είναι γνωστός. Επίσης γνωστή δεν είναι η μέση δόση ακτινοβολίας την οποία εισέπραξαν. Πιστεύεται όμως ότι το 1986 κυμάνθηκε στα 170 milliSieverts και το 1989 στα 15mSv, όταν το ασφαλέστερο επίπεδο έκθεσης θεωρείται το 1 mSv ανά άτομο ετησίως. Αποτέλεσμα αυτών των ασαφειών, αλλά και της δυσκολίας να διακριθούν οι μορφές καρκίνου και άλλων ασθενειών που οφείλονται στη ραδιενέργεια, από τις οφειλόμενες σε άλλα αίτια, είναι οι διιστάμενες απόψεις για την έκταση των συνεπειών του ατυχήματος. Το υπουργείο υγείας της Ουκρανίας υπολογίζει ότι 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν υποστεί κάποια ασθένεια ως αποτέλεσμα της ραδιενεργού ρυπάνσεως και το ραδιολογικό ίδρυμα της Ουκρανίας αποδίδει στο ατύχημα 2.500 θανάτους, ενώ μια ομάδα εργασίας που εκπροσωπεί τους εργαζομένους που αναμίχθηκαν στις εργασίες αποκατάστασης, ανεβάζει τον αριθμό των θανάτων στους 15.000. Αντιθέτως η Επιστημονική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τις Συνέπειες της Ατομικής Ακτινοβολίας (UNSCEAR) σε δεύτερη αναθεωρημένη μελέτη της, που έγινε από το 2003 ως το 2005, προς το παρόν δεν διαπιστώνει κάποιο ιδιαίτερο αντίκτυπο του ατυχήματος, (πέραν της πανθομολογούμενης αύξησης του παιδικού καρκίνου του θυρεοειδούς), χωρίς ωστόσο να αποκλείει στο μέλλον την αύξηση των κρουσμάτων διαφόρων μορφών καρκίνου στους πληθυσμούς που υπέστησαν τη ραδιενεργό "μόλυνση". Διάγραμμα στο οποίο παρουσιάζεται η αύξηση των κρουσμάτων παιδικού καρκίνου του θυρεοειδούς στη Λευκορωσία και την Ουκρανία Πράγματι στα 20 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει έχει σημειωθεί μια δραματική αύξηση των κρουσμάτων καρκίνου του θυρεοειδούς σε παιδιά που δεν ήταν μεγαλύτερα από 14-15 ετών, όταν συνέβει το ατύχημα:. Ενώ 5 χρόνια πριν το ατύχημα σε 1 εκατομμύριο ουκρανικές οικογένειες αναλογούσαν 4 με 6 περιστατικά καρκίνου σε παιδιά μικρής ηλικίας, από το 1986 ως το 1997 η αναλογία είχε φθάσει τα 45 περιστατικά ανά 1 εκατομμύριο οικογένειες. Η αύξηση αυτή αποδίδεται στην κατανάλωση γάλακτος τοπικής προέλευσης που περιείχε σε μεγάλες συγκεντρώσεις ιώδιο 131. Οι ερευνητές διεπίστωσαν επίσης ότι το 64% των κρουσμάτων καρκίνου του θυρεοειδούς σε παιδιά μικρής ηλικίας, εντοπίζεται στις περιοχές που εκτέθηκαν περισσότερο στη ραδιενέργεια. Η αύξηση των κρουσμάτων αυτών συνεχίζεται ως τις μέρες μας (παρά το ότι το ιώδιο 131 έχει μικρό χρόνο ημιζωής- 8 ημέρες) καθώς η λανθάνουσα περίοδος για την εμφάνιση της νόσου είναι 10 χρόνια. Μέχρι σήμερα έχει παρατηρηθεί ένα μικρό αλλά σταθερά αυξανόμενο ποσοστό συγγενών ανωμαλιών που όμως είναι το ίδιο και στις περιοχές που επιβαρύνθηκαν περισσότερο και στις περιοχές που επιβαρύνθηκαν λιγότερο, έτσι ώστε οι επιστήμονες να μη το συσχετίζουν με τη ραδιενέργεια. Ποσοστό συγγενών ανωμαλιών ανά 1000 γεννήσεις σε περιοχές με ήπια επιβάρυνση (μπλε καμπύλη) και σε περιοχές με μεγαλύτερη επιβάρυνση (κόκκινη καμπύλη) Το ότι δεν έχει παρατηρηθεί αύξηση των κρουσμάτων λευχαιμίας ή άλλων μορφών καρκίνου ίσως οφείλεται στη μεγαλύτερη, από τον καρκίνου του θυρεοειδούς, λανθάνουσα περίοδο που χρειάζονται τα νοσήματα αυτά για να εκδηλωθούν. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ενώ στην αρχή το ενδιαφέρον είχε στραφεί στις επιπτώσεις που προκαλεί το ιώδιο 131, σήμερα υπάρχει μεγάλη ανησυχία για τα άλλα ραδιενεργά ισότοπα που απελευθερώθηκαν εξαιτίας του ατυχήματος, όπως το στρόντιο-90 και το καίσιο-137 που έχουν 30 χρόνια, χρόνο ημιζωής. Από τα ισότοπα αυτά το καίσιο-137 περνάει από το έδαφος στα φυτά και από εκεί σε ολόκληρη την τροφική αλυσίδα. Για μερικούς επιστήμονες η ρύπανση αυτή θα επηρεάσει τον τοπικό πληθυσμό για πολλές γενιές. Στην έκθεση της UNSCEAR επισημαίνεται ότι στους τοπικούς πληθυσμούς υπάρχει σημαντική αύξηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας (στρες, άγχος για τη μελλοντική εξέλιξη της υγείας τους, κατάθλιψη, παράπονα για ανεξήγητα προβλήματα υγείας) που αποδίδονται στην ελλιπή ενημέρωση για τις επιπτώσεις του ατυχήματος, την οικονομική δυσπραγία που ακολούθησε την κατάρρευση της Σοβιετικής ένωσης, τη διάλυση των κοινωνικών σχέσεων εξαιτίας της μετεγκατάστασής τους.Οι συνέπειες στο περιβάλλον Για δέκα ημέρες μετά το ατύχημα συνεχιζόταν η απελευθέρωση ραδιενεργών σωματιδίων από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα. Η συνολική απελευθέρωση των ραδιενεργών ουσιών ήταν περίπου 14 EBq (1ΕΒq=1018Bq) Περισσότερα από 200.000 τετραγωνικά μέτρα στην Ευρώπη ρυπάνθηκαν με Καίσιο-137 σε ποσοστό μεγαλύτερο από τα 37 kBq m- 2 . Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής της περιοχής βρίσκεται στις πλέον επιβεβαρυμένες χώρες (Λευκορωσία, Ρωσία, Ουκρανία). Τα περισσότερα από τα ισότοπα που απελευθερώθηκαν έχουν σχετικά μικρούς χρόνους ημιζωής. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με το Καίσιο-137 (περίπου 30 χρόνια) και το Στρόντιο-90 (επίσης περίπου 30 χρόνια) των οποίων οι συνέπειες στο περιβάλλον και την υγεία θα μας απασχολήσουν τα επόμενα χρόνια. Τους πρώτους μήνες μετά το ατύχημα η ραδιενέργεια στα καλλιεργούμενα φυτά και γενικώς στα φυτά που καταναλώνει ο άνθρωπος προερχόταν κυρίως από τις επιφανειακές αποθέσεις που υπήρχαν στα φύλλα τους. Η ραδιενέργεια όμως αυτή γρήγορα περιορίστηκε λόγω του μικρού χρόνου ημιζωής του πιο σπουδαίου ισοτόπου (Ιώδιο-131). Όμως το ραδιοιώδιο από τα φύλλα γρήγορα πέρασε στα ζώα και από εκεί στο γάλα τους που καταναλώθηκε κυρίως από τα παιδιά. Στην υπόλοιπη Ευρώπη αυξημένη συγκέντρωση ραδιενεργού ιωδίου εντοπίστηκε μόνο στις βόρειες περιοχές. Μετά από αυτήν την πρώτη φάση τα ραδιενεργά ισότοπα που είχαν διασπαρεί στο έδαφος πέρασαν στα φυτά μέσω των ριζών τους. Μεγαλύτερη ανησυχία προξενούσαν οι αυξημένες συγκεντρώσεις Καισίου 134 και Καισίου 137 στα αγροτικά προϊόντα των πληγεισών περιοχών (ιδιαιτέρως του δεύτερου που παρέμεναν υψηλές ως και τα μέσα της δεκαετίας του 1990). Επίσης στις κοντινές περιοχές στο σταθμό μετρήθηκαν υψη λές συγκεντρώσεις Στροντίου 90. Τα υπόλοιπα ισότοπα, όπως του Πλουτωνίου και του Αμερικίου, προξενούσαν λιγότερη ανησυχία, είτε διότι οι συγκεντρώσεις τους δεν ήταν υψηλές, είτε διότι δεν προσλαμβάνονται εύκολα μέσω των ριζών των φυτών. Γενικώς τα πρώτα χρόνια μετά το ατύχημα υπήρχε μια σημαντική μείωση του ρυθμού μεταφοράς ραδιοισοτόπων από το έδαφος στα ζώα και τα φυτά, λόγω της διασποράς τους από τη βροχή και τον αέρα και της διάσπασης των ραδιενεργών πυρήνων. Όμως την τελευταία δεκαετία έχει επιβραδυνθεί ο ρυθμός μείωσης. Μετά το ατύχημα η χλωρίδα και η πανίδα των δασικών περιοχών παρουσίασε και διατηρεί ακόμη υψηλές συγκεντρώσεις Καισίου 137, καθώς στα δασικά οικοσυστήματα το ραδιενεργό ανακυκλώνεται και δεν απομακρύνεται. Το Καίσιο αυτό στις περιοχές στις οποίες στις οποίες γίνεται κατανάλωση δασικών προϊόντων, έχει περάσει μέσω των τροφικών αλυσίδων στους κατοίκους. Μάλιστα σε Αρκτικές και υπαρκτικές περιοχές της Ευρώπης (Φινλανδία, Νορβηγία) έχει διαπιστωθεί μεταφορά του ραδιενεργού καισίου από τους λειχήνες, στους ταράνδους και από εκεί στον άνθρωπο. Τα ραδιενεργά ισότοπα που απελευθερώθηκαν από τον σταθμό μεταφέρθηκαν στα υδάτινα οικοσυστήματα των γειτονικών περιοχών αλλά και πολλών περιοχών της Ευρώπης. Τις πρώτες εβδομάδες μετά το ατύχημα η συγκέντρωση του πόσιμου νερού του Κιέβου στο Ιώδιο-131 ήταν υψηλή. Μερικές εβδομάδες αργότερα η συγκέντρωση του ισοτόπου, λόγω της διάσπασης του και της δέσμευσής του στα ιζήματα και το χώμα άρχισε να πέφτει, όπως επίσης έπεσε και ο αρχικός ρυθμός με τον οποίο προσλαμβανόταν από τα ψάρια. Αντιθέτως όμως οι συγκεντρώσεις του ραδιενεργού Καισίου στα ψάρια αυξήθηκε ακόμη και σε λίμνες απομακρυσμένων περιοχών (Γερμανία, Σκανδιναβία), λόγω του φαινομένου της βιοσυσσώρευσης. Το Στρόντιο-90 που δεσμεύεται περισσότερο στα οστά και λιγότερο στους μυς των ψαριών δεν επιβάρυνε σημαντικά τη διατροφή του ανθρώπου. Η εισροή στα υδάτινα οικοσυστήματα Καισίου-137 και Στροντίου-90, μέσω της απόπλυσης των εδαφών, συνεχίζεται ακόμη, αλλά με τόσο χαμηλούς ρυθμούς, ώστε να μην αποτελούν πρόβλημα. Ωστόσο σε μερικές "κλειστές" λίμνες στην Ουκρανία, τη Ρωσία και τη Λευκορωσία παρατηρούνται υψηλές ακόμη συγκεντρώσεις ραδιοισοτόπων. Η Μαύρη θάλασσα και η Βαλτική λόγω της απόστασής τους από το Τσέρνομπιλ και της τεράστιας ποσότητας νερού σε σχέση με τις λίμνες, δεν παρουσίασαν αξιοσημείωτη αύξηση συγκεντρώσεων ραδιοισοτόπων. Η ραδιενέργεια που απελευθερώθηκε προκάλεσε πολλές άμεσες συνέπειες στα ζώα και τα φυτά των περιοχών της ζώνης αποκλεισμού (σε ακτίνα 30 km από τον σταθμό. Η αντίδραση του φυσικού περιβάλλοντος στην καταστροφή ήταν ένας πολύπλοκος συνδυασμός ανάμεσα στη δόση που προσέλαβαν οι διάφοροι πληθυσμοί και στην ευαισθησία καθενός τους σε αυτήν. Πάντως καταγράφηκε σημαντική αύξηση στη θνητότητα των κωνοφόρων δένδρων, των ασπονδύλων και των θηλαστικών του εδάφους και επίσης μείωση της αναπαραγωγικής δυνατότητάς τους. Τα πρώτα χρόνια μετά το ατύχημα, και μέσα στη ζώνη αποκλεισμού και πιο πέρα από αυτή, έχουν καταγραφεί κυτταρογενετικές ανωμαλίες σε φυτά και ζώα που αποδίδονται στην ακτινοβολία. Ωστόσο η βιοποικιλότητα των οικοσυστημάτων που βρίσκονται μέσα στη ζώνη αποκλεισμού έχει αυξηθεί λόγω της απαγόρευσης της ανθρώπινης γεωργικής και βιομηχανικής δραστηριότητας, στο εσωτερικό της.Τα στοιχεία για τη συγγραφή του άρθρου έχουν ληφθεί από τις προτεινόμενες ιστοσελίδες και κυρίως από την έκθεση του ΟΗΕ για τις συνέπειες του ατυχήματος στην υγεία και το περιβάλλον.
|