www.biology4u.gr

 

"Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να μπορείς να παραμένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας πιο πέρα, θα πρέπει να τρέχεις, τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο"

 

Από τον συγγραφέα της "Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων" L. Carrol
Η σύγχρονη Γεωγραφία ή ο Άνθρωπος και το Φυσικό Περιβάλλον (2) PDF Εκτύπωση E-mail
Συντάχθηκε απο τον/την ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΣΟΥΝΑΚΟΣ   
Κυριακή, 13 Μάιος 2007 04:41

Του Θεόδωρου Τσουνάκου, Φυσιογνώστη, Γεωγράφου

Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, από τις αρχές ήδη του 20ου αιώνα οι γεωγράφοι είχαν χωριστεί σε δύο «σχολές» οι οποίες διαφωνούσαν έντονα μεταξύ τους.

α) Οι φυσικοί γεωγράφοι κατέκριναν την τάση των ποσιμπιλιστών να χρησιμοποιούν ιστορικά, κοινωνικά και κοινωνικά δεδομένα για να ερμηνεύσουν τη γεωγραφική διάσταση των φαινομένων. Θεωρούσαν ότι χωρίς τα αυστηρά ντετερμινιστικά κριτήρια των Φυσικών Επιστημών, η Γεωγραφία δεν θα γινόταν ποτέ αληθινή επιστήμη. Θα παρέμενε ένα ασαφές πεδίο, μέσα στο οποίο καθένας θα έδινε απαντήσεις ανάλογα με τις προσωπικές πεποιθήσεις του.

β) Από την πλευρά τους οι ποσιμπιλιστές αγανακτούσαν με την προσπάθεια των φυσικών γεωγράφων να διατυπώσουν γενικές αρχές με ισχύ ανάλογη εκείνης των φυσικών νόμων, ικανές να ερμηνεύσουν και να προβλέψουν τη συμπεριφορά των ανθρώπων στο χώρο. Τόνιζαν ότι ακόμα όταν ένα πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων φαίνεται να ακολουθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς, δεν υπάρχει εγγύηση ότι ότι αυτό το πρότυπο ισχύει για κάθε επιμέρους περίπτωση και, πολύ περισσότερο, ότι θα συνεχίσει να ισχύει στο μέλλον.

Oι οπαδοί και των δύο τρόπων σκέψης συνέχισαν να υποστηρίζουν με μεγάλη θέρμη τις απόψεις τους για πολλά χρόνια. Ενδεικτικό είναι ότι στα μέσα του 20ου αιώνα ο A. F. Martin (1951) συνέχιζε να επιμένει στην εφαρμογή αυστηρά φυσικών περιβαλλοντικών ντετερμιστικών μεθόδων στη γεωγραφική μελέτη, με το επιχείρημα ότι έτσι θα μπορεί η Γεωγραφία να θεωρείται «κάπως επιστημονική». Απαντώντας το 1956 ο Emrys Jones στην εμφανώς ειρωνική αυτή διατύπωση, έγραψε ότι ένας γεωγράφος δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από τους γεωλογικούς παράγοντες οι οποίοι διαμόρφωσαν τα κοιτάσματα του σιδήρου και του άνθρακα για να ερμηνεύσει τη μορφή μιας βιομηχανικής περιοχής της Βρετανίας. Του αρκεί να γνωρίζει τις οικονομικές και τις κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν στη χώρα από την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Ο άνθρακας και ο σίδηρος βρίσκονταν στην ίδια θέση επί 500.000.000 χρόνια, αλλά η αξιοποίησή τους άρχισε μόνον όταν την επέτρεψε ή/και την επέβαλε το οικονομικό – κοινωνικό – πολιτιστικό πλαίσιο του 18ου αιώνα. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός την ίδια εποχή παρόμοια κοιτάσματα υπήρχαν και σε άλλες περιοχές του κόσμου, οι οποίες δεν ανέπτυξαν βιομηχανία, επειδή βρίσκονταν σε διαφορετικό πολιτιστικό επίπεδο από τη Βρετανία. Επομένως, κατέληγε ο Jones, η προσπάθεια εξαγωγής συμπερασμάτων αποκλειστικά με την εξέταση των φυσικών παραγόντων έξω από κάποιο συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον δεν έχει νόημα.
Τα επιχειρήματα αυτού του είδους αρκετά ισχυρά, ώστε να κάνουν αναπόφευκτη την οριστική απόρριψη των απλών αιτιοκρατικών ερμηνειών από την πλειονότητα των γεωγράφων. Εντούτοις ήταν φανερό ότι οι φυσικοί γεωγράφοι είχαν δίκιο σε ένα κρίσιμο σημείο. Για να αποκτήσει η Γεωγραφία το δικαίωμα να θεωρείται ακαδημαϊκός κλάδος έπρεπε να προσδιορίσει σε τι διαφέρει, αν διαφέρει, η δική της οπτική για τον κόσμο από εκείνη των άλλων επιστημών και να προτείνει μια μεθοδολογία μελέτης. Και για να επιτευχθεί αυτό έπρεπε να αναζητηθούν νέοι δρόμοι σκέψης και έρευνας ικανοί να δώσουν απάντηση στα ερωτήματα των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος. Αυτή η προσπάθεια προκάλεσε τη διατύπωση πολλών νέων ιδεών και αντίστοιχων εξελίξεων, οι οποίες είναι δύσκολο να αναλυθούν λεπτομερώς. Οι πιο σημαντικές πάντως από αυτές ήταν:
 
1) η άποψη ότι η Γεωγραφία είναι ένα είδος Οικολογίας του Ανθρώπου
2) η στροφή προς τη μελέτη του τοπίου (landscape) και
3) η εμπλοκή του γνωστικού μπηχεβιορισμού (cognitive behaviouralism) στη μελέτη των σχέσεων ανθρώπου και χώρου. 

 
 

Οι ρίζες αυτών των αντιλήψεων δεν ήταν ούτε νέες ούτε ασύνδετες μεταξύ τους. Συχνά βρίσκονταν βαθιά στο παρελθόν, αλλά είχαν χαθεί ή υποτιμηθεί στον κυκεώνα των έντονων αντιπαραθέσεων που τροφοδοτούσαν οι διαφορές ποσιμπιλιστών και περιβαλλοντικών ντετερμινιστών. Γι` αυτό και η κατανόηση της εξέλιξής τους προϋποθέτει ένα μακρύ, ίσως κουραστικό, αλλά και πολύ ενδιαφέρον ταξίδι στο χρόνο.

Η Γεωγραφία ως Οικολογία του Ανθρώπου

Για όσους πιστεύουν ότι η ανακάλυψη και μελέτη των οικολογικών προβλημάτων αποτελεί προϊόν της επιστημονικής σκέψης των τελευταίων 3 - 4 δεκαετιών, θα αποτελέσει έκπληξη το γεγονός ότι οι γεωγράφοι είχαν ήδη αρχίσει να τα εντοπίζουν και να τα μελετούν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Αυτό φαίνεται περίεργο, αλλά ήταν λογικό. Την εποχή εκείνη η Βιολογία δεν είχε κάνει ακόμα τα ξέφρενα άλματα που χαρακτηρίζουν την εξέλιξή της, ενώ οι υπόλοιπες Φυσικές Επιστήμες ήταν «ερωτευμένες» με την εντυπωσιακή ανάπτυξη της τεχνολογίας και δεν είχαν ούτε λόγο ούτε διάθεση να ασχοληθούν με τα προβλήματα που προκαλούσαν οι εφαρμογές τους. Αν εξαιρέσει κανείς ελάχιστους πολυταξιδεμένους ανθρώπους, όπως ο Δαρβίνος (είχε ήδη κάνει το ταξίδι του με το «Μπίγκλ) και ο Λάιελ, οι μόνοι που ήταν σε θέση να έχουν ικανοποιητική εικόνα του κόσμου, των οικολογικών συνθηκών που επικρατούσαν σε κάθε περιοχή και των αλλαγών που επέφεραν οι ανθρώπινες δραστηριότητες ήταν οι γεωγράφοι.

Ο πρώτος γεωγράφος που, από ότι είναι γνωστό, ασχολήθηκε με οικολογικά θέματα ήταν η αγγλίδα Mary Somerville (1780 – 1872). Στο έργο της Physical Geography (1848) ανέφερε ότι η Βιομηχανική Επανάσταση έθεσε στη διάθεση του ανθρώπου μέσα που του επέτρεψαν να τροποιήσει το κλίμα, να αλλάξει την κατεύθυνση των ανέμων, να προκαλέσει αλλαγές στο ύψος της βροχόπτωσης και να μεταβάλλει τη δριμύτητα των εποχών.  Οι ιδέες της Somerville περιορίστηκαν βέβαια σε απλές διαπιστώσεις, κάτι λογικό για μια εποχή γενικού ενθουσιασμού για τα επιτεύγματα της επιστήμης.
Αντίθετα, ασυνήθιστα προχωρημένες και ίσως επαναστατικές για την εποχή του ιδέες είχε ο αμερικανός γεωγράφος George Perkins Marsh (1801 – 1882). Στο βιβλίο του «Man and Nature, or Physical Geography as modified by Human Action» (1864) διετύπωσε για πρώτη φορά την άποψη ότι στη φύση κυριαρχεί μια ευαίσθητη αρμονία η οποία μπορεί να καταστραφεί από απρογραμμάτιστες και ανεξέλεγκτες μεταβολές οφειλόμενες στις ανθρώπινες δραστηριότητες. «Ο άνθρωπος», έγραφε, «έχει επιδράσει τόσο στην ενόργανη, όσο και στην ανόργανη φύση, και, με αυτό τον τρόπο έχει τροποποιήσει ή, ίσως, καθορίσει την υλική δομή της γήινης κατοικίας του» και  συμπλήρωνε: «ο άνθρωπος είναι παράγοντας διαταραχής. Οπουδήποτε βάλει το χέρι του η αρμονία της φύσης μετετρέπεται σε ασυμφωνία ... έχει ξεχάσει από καιρό ότι η Γη του έχει παραχωρηθεί μόνο για χρήση και όχι για κατανάλωση ή, έστω, για αλόγιστη σπατάλη». Οι παρατηρήσεις του  Marsh γίνονται απόλυτα σύγχρονες σε ένα άλλο χωρίο, στο οποίο γράφει «η καταστροφική δράση του ανθρώπου θα γίνεται ολοένα και πιο έντονη και αδυσώπητη όσο αναπτύσσεται ο πολιτισμός, ως το σημείο που η φτώχεια την οποία προκαλεί η εξάντληση των φυσικών πόρων θα τον κάνει να αντιληφθεί ότι υπάρχει ανάγκη να διατηρηθεί ότι έχει απομείνει».
Με τέτοια προϊστορία δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στις αρχές του 20ου αιώνα ένας άλλος αμερικανός γεωγράφος με μεγάλη επιρροή, ο Harlan H. Barrows  (1877–1960) έφτασε στο σημείο να προτείνει να αποκτήσει η Γεωγραφία το χαρακτήρα Οικολογίας του Ανθρώπου. Πιο συγκεκριμένα, το 1923 διετύπωσε την άποψη ότι η σχέση του ανθρώπου με το χώρο πρέπει να εξετάζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που εξετάζουν οι βιολόγοι τις σχέσεις των οργανισμών με το περιβάλλον τους. Κατά την άποψή του οι γεωγράφοι δεν πρέπει να ασχολούνται με εξειδικευμένες μελέτες των παραγόντων του φυσικού περιβάλλοντος (ορυκτά, έδαφος, φυτά, ζώα). Αυτές ανήκουν σε άλλες ειδικότητες και ενδιαφέρουν τη Γεωγραφία μόνον όταν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κατανόησης των αθρώπινων δραστηριοτήτων.
Η Γεωγραφία - Οικολογία του Ανθρώπου είχε πολλά ελκυστικά σημεία, αλλά και ορισμένες αδυναμίες οι οποίες την εμπόδισαν να αναπτυχθεί αυτοτελώς. Η κυριότερη αδυναμία ήταν η απουσία ενός κατάλληλου «εργαλείου» το οποίο θα της επέτρεπε να αποφύγει τις γενικόλογες διαπιστώσεις και να εφαρμόσει μια συγκεκριμένη μεθολογία μελέτης. Αυτό το εργαλείο, τουλάχιστον στη βασική του μορφή, θα της το έδιναν αργότερα οι Επιστήμες της Ζωής.
Οι βιολόγοι είχαν αντιμετωπίσει περίπου το ίδιο πρόβλημα όταν προσπάθησαν να  μελετήσουν τις σχέσεις ανάμεσα στους οργανισμούς και το ανόργανο περιβάλλον. Σύντομα ανακάλυψαν ότι όσο πιο γενικό χαρακτήρα είχαν οι ερωτήσεις που έθεταν, τόσο πιο ασαφείς  απαντήσεις έπαιρναν. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι κάποιος θέτει σε μια ομάδα βιολόγων το ερώτημα «ποιες σχέσεις αναπτύσσονται ανάμεσα στη ζωή και το ανόργανο περιβάλλον;", χωρίς να προσδιορίσει ούτε τόπο ούτε χρόνο ούτε συνθήκες. Το πιο πιθανό είναι να πάρει όχι μόνο γενικόλογες ως προς το περιεχόμενο, αλλά και διαφορετικές ως προς τη φιλοσοφία απαντήσεις, καθεμία από τις οποίες θα έχει τα δικά της ισχυρά και αδύνατα σημεία.
Η Βιολογία ξεπέρασε αυτό το πρόβλημα με την εισαγωγή της έννοιας του οικοσυστήματος. Ο όρος προτάθηκε για πρώτη φορά το 1935 από τον Tansley, ο οποίος υπογράμμισε ότι με τη λέξη οικοσύστημα δεν εννοεί μόνο τους οργανισμούς που ζουν σε μια περιοχή, αλλά και το σύνολο των ανόργανων φυσικών παραγόντων οι οποίοι επηρεάζουν την επιβίωσή τους.
Λίγα χρόνια αργότερα (το 1942), ο Lindemann έκανε αυστηρότερο το ορισμό, λέγοντας ότι οικοσύστημα «είναι ένα σύστημα αποτελούμενο από φυσικές – χημικές – βιολογικές διεργασίες, οι οποίες ενεργούν σε μία χωρο – χρονική μονάδα οποιουδήποτε μεγέθους». Αξίζει να παρατηρηθεί ότι ο  ορισμός του Lindemann:

α) δεν περιλαμβάνει καμία πληροφορία για τα όρια, δηλαδή το μέγεθος του οικοσυστήματος. Αυτό συμβαίνει επειδή τα περισσότερα οικοσυστήματα  δεν έχουν σαφή όρια. Εισχωρούν το ένα στο άλλο μέσω των στοιχείων που τα αποτελούν, (ένα αποδημητικό πτηνό, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει διαδοχικά στοιχείο διαφορετικών οικοσυστημάτων). Με άλλα λόγια, ενώ το οικοσύστημα αντιπροσωπεύει πραγματική και όχι φανταστική περιοχή του χώρου, δεν μπορεί να εντοπιστεί  με απόλυτη ακρίβεια (π.χ. σε ένα χάρτη), επειδή στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα εργαλείο μελέτης, το οποίο μας επιτρέπει να διαιρούμε το χώρο σε μικρότερα τμήματα, προσδιορίζοντας με σχετική ακρίβεια τις συνθήκες που πρέπει να ληφθούν υπόψη.

β) εισάγει το συνδυασμό χώρου και χρόνου. Οι βιολόγοι είχαν διακρίνει νωρίς ότι οι οικολογικές σχέσεις είναι αμφίδρομες. Οι οργανισμοί δεν εξαρτώνται μόνο από το ανόργανο περιβάλλον. Με τη σειρά τους το επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό, με αποτέλεσμα τα οικοσυστήματα να μεταβάλλονται στο χρόνο (θεωρία της Οικολογικής Διαδοχής των Harming και Cowles). Επομένως έχουν αξία ως εργαλεία μελέτης μόνον σε σχέση με τη φάση στην οποία βρίσκονται.
Η σημασία αυτών παρατηρήσεων για τη Γεωγραφία θα γίνει κατανοητή στη συνέχεια, όταν θα μελετηθεί η εξέλιξής της κατά τις τελεταίες 3 δεκαετίες.
 

Η μελέτη του τοπίου

Κάτι παρόμοιο με τον ορισμό του οικοσυστήματος (χωρίς να τον γνωρίζει) προσπάθηκε να επιτύχει στη Γεωγραφία η τάση της μελέτης του "τοπίου" , η οποία ξεκίνησε κατά  τη δεκαετία του 1920 (η έννοια του τοπίου έχει εδώ το περιεχόμενο που δίνει στον όρο landscape η αμερικανική βιβλιογραφία, δηλαδή «το σύνολο των φυσικών και των πολιτιστικών σχηματισμών μιας περιοχής της επιφάνειας της Γης»). Από τη δεκαετία του 1920 ήδη μερικοί μερικοί γερμανοί και αμερικανοί γεωγράφοι είχαν καταλάβει ότι οι διαφορές αντιλήψεων ποσιμπιλιστών και αιτιοκρατών οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στον υπερβολικά γενικό χαρακτήρα των ερωτήσεων που αφορούσαν το σύστημα "Άνθρωπος - Περιβάλλον". Επιχείρησαν λοιπόν να ορίσουν πιο σαφείς περιοχές μελέτης, ώστε να απλοποιήσουν τα προβλήματα.

Κατά τον πιο επιφανή εκπρόσωπο αυτού του τρόπου σκέψης, τον αμερικανό Carl O. Sauer  (1889 – 1975) κάθε περιοχή της επιφάνειας της Γης αποτελείται από δύο μέρη: α) το φυσικό τοπίο, δηλαδή τα φυσικά στοιχεία (ορυκτά, φυτά, ζώα κτλ.) και β) το πολιτιστικό τοπίο, δηλαδή το αποτέλεσμα της τροποποίησης του φυσικού τοπίου από μια ανθρώπινη ομάδα, ώστε να ταιριάζει με τις δικές της ανάγκες. Κατά τον Sauer το φυσικό τοπίο είναι το μέσο και το πολιτιστικό τοπίο το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η μελέτη των επιμέρους στοιχείων του φυσικού τοπίου αφορά τους φυσικούς επιστήμονες και πρέπει να γίνεται με τις δικές τους μεθόδους. Αυτό που ενδιαφέρει τον γεωγράφο είναι κυρίως ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι διαμορφώνουν το πολιτιστικό τοπίο ανάλογα με την κουλτούρα τους, η οποία καθορίζει ποιους φυσικούς πόρους θα αξιοποιήσουν και με ποιον τρόπο. Είναι προφανές ότι με τον τρόπο σκέψης του Sauer, ο οποίος ουσιαστικά συμπληρώνει κείνο του Barrows, η Γεωγραφία προσδιορίζεται ως χωρογραφική και περιβαλλοντική επιστήμη. Χωρογραφική επειδή ασχολείται με τη μελέτη συγκεκριμένων περιοχών του κόσμου και όχι γενικά και αφηρημένα με τον Άνθρωπο και το Χώρο, και περιβαλλοντική επειδή αναζητεί σχέσεις και αλληλεξαρτήσεις ανάμεσα στον πολιτισμό των ανθρώπινων ομάδων και τα στοιχεία του φυσικού τοπίου.
Ένας άλλος σημαντικός εκπρόσωπος αυτής της σχολής ήταν ο Βρετανός P. W. Bryan (1885 – 1968) ο οποίος το 1933 και μετά το 1958 διετύπωσε την άποψη ότι οι βασικές αρχές της Γεωγραφίας αφορούν «την αλληλεπίδραση ανάμεσα στις ανθρώπινες δραστηριότητες και τα περιβαλλοντικά συστήματα» μέσα από τη μελέτη του τοπίου το οποίο αποτελεί αντικειμενική έκφραση αυτής της σχέσης.
Η τάση της μελέτης του τοπίου δεν κατάφερε να δώσει μόνη της οριστικές λύσεις στα θεωρητικά προβλήματα της Γεωγραφίας, επειδή δεν ήταν πλήρης. Ναι μεν εστίαζε την προσοχή σε περιοχές του χώρου, αλλά προσπαθούσε να κατανοήσει τις αλληλεπιδράσεις μόνο μέσα από τα  υλικά ατασκευάσματα των ανθρώπων (κτίρια, μεγάλα έργα κτλ.). Επομένως δεν ελάμβανε αρκετά υπόψη τις ιδιομορφίες του ανθρώπινου γένους. Οι ανθρώπινες ομάδες δεν προσαρμόζονται στο περιβάλλον με τον ίδιο τρόπο που προσαρμόζονται οι πληθυσμοί των ζώων. Αυτό που κυρίως προσπαθούν να επιτύχουν είναι να προσαρμόσουν το περιβάλλον στις δικές τους ανάγκες. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι δεν το κάνουν παντού και πάντα με τον ίδιο τρόπο, αλλά ανάλογα με την ιδέα που έχουν για το χώρο στον οποίο ζουν (γνωστικός μπηχεβιορισμός). Επιπλέον, οι ιδέες τους για το χώρο δεν μένουν σταθερές. Αλλάζουν στο χρόνο, ανάλογα με την συνολική υλική και πολιτιστική τους εξέλιξη.
Από το σημείο αυτό οι δρόμοι της Βιολογίας και της Γεωγραφίας χωρίζουν. Για να φτάσουν οι γεωγράφοι στον ορισμό των δικών τους οικοσυστημάτων, των λεγόμενων περιφερειών, έπρεπε να διανύσουν άλλους δρόμους και να δεχτούν το ρόλο που παίζουν στη γεωγραφική μελέτη και άλλες επιστήμες.

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

 

ΔΙΚΤΥΟ-ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ