"Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να μπορείς να παραμένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας πιο πέρα, θα πρέπει να τρέχεις, τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο"
| Οι μεταβολές των σχέσεων ανθρώπου και χώρου στον χρόνο |
|
|
|
| Συντάχθηκε απο τον/την ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΣΟΥΝΑΚΟΣ |
| Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009 06:54 |
Ο πρωτόγονος άνθρωπος Όταν, άγνωστο πού ακριβώς, πότε και πώς, ο μακρινός μας πρόγονος εμφανίστηκε στον κόσμο, έπρεπε να λύσει μερικά δύσκολα προβλήματα, αν ήθελε να μείνει ζωντανός. Τα κυριότερα απ` αυτά είχαν σχέση με την κατασκευή του, αφού η εξέλιξη τον είχε μετατρέψει σ` ένα αδύναμο δίποδο όρθιο πλάσμα, το οποίο μειονεκτούσε απέναντι στα τετράποδα ζώα που κυνηγούσε ή τον κυνηγούσαν. Αυτό φαίνεται περίεργο, γιατί η όρθια στάση θεωρείται το μεγάλο πλεονέκτημα του ανθρώπου, στην πραγματικότητα όμως η ανόρθωση στα δύο κάτω άκρα προκάλεσε στο είδος μας περισσότερα λειτουργικά προβλήματα από αυτά που έλυσε. Να μερικά από αυτά:α) Τα τετράποδα ζώα μοιάζουν με «βαδίζουσες γέφυρες». Πατούν γερά στα τέσσερα πόδια τους και το βάρος τους μοιράζεται σε μεγάλη επιφάνεια, προσφέροντάς τους ευστάθεια. Ο άνθρωπος σχεδόν ακροβατεί πάνω στην περιορισμένη επιφάνεια των πελμάτων του, ενώ τα άνω άκρα του έχουν γίνει νεκρό βάρος με την έννοια ότι δεν προσφέρουν τίποτε στην κίνηση. Με τη μορφή αυτή έχει αξιόλογη αντοχή, αλλά υστερεί απελπιστικά σε ταχύτητα και άλματα απέναντι στα υποψήφια θηράματα και τους επίδοξους θύτες του. Είναι ένας καλός μαραθωνοδρόμος, αλλά πολύ κακός σπρίντερ και άλτης. β) Τα εσωτερικά όργανα των τετράποδων κρέμονται κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης και το βάρος τους μοιράζεται σε μεγάλο μήκος του σώματος. Στην όρθια στάση η βαρύτητα τα ωθεί προς τα κάτω, με αποτέλεσμα να πιέζουν τα κοιλιακά τοιχώματα. Για να ξεπεραστεί κάπως αυτό το πρόβλημα, η λεκάνη του ανθρώπου έγινε λίγο πιο πλατιά από εκείνη των τετράποδων, αλλά όχι πολύ, γιατί αν αποκτούσε μεγαλύτερο πλάτος θα απομάκρυνε πολύ τις κνήμες μεταξύ τους, θα έκανε δύσκολη τη βάδιση και θα οδηγούσε πίσω στην τετραποδία. Επιπλέον, αντίθετα με ότι συμβαίνει στα τετράποδα ζώα, σχηματίζει μικρή γωνία με τη σπονδυλική στήλη. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά της λεκάνης της επιτρέπουν να συγκρατεί καλύτερα τα σπλάχνα, αλλα προκαλούν προβλήματα στον τοκετό. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ανάπτυξη του όγκου του εγκεφάλου του, αν όμως ο εγκέφαλος, (άρα και το κρανίο) ήταν πλήρως ανεπτυγμένος την ώρα της γέννησης, θα έβαζε σε κίνδυνο και τη μητέρα και το νεογέννητο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα μικρά του ανθρώπου γεννιώνται με εγκέφαλο που έχει το 25% περίπου του τελικού του όγκου, ενώ στους χιμπατζήδες το αντίστοιχο ποσοστό κατά τη γέννηση είναι 65%. Ατελής εγκέφαλος όμως, σημαίνει ότι το νεογέννητο χρειάζεται πολλούς μήνες για να σταθεί όρθιο και πολλά χρόνια για να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του. Σε όλο αυτό το διάστημα προκαλεί προβλήματα στους ενήλικους που πρέπει να το φροντίζουν αδιάκοπα. γ) Η όρθια στάση απομάκρυνε πολύ την καρδιά από το έδαφος, με αποτέλεσμα το αίμα που φεύγει από αυτή να πηγαίνει εύκολα στο κάτω μέρος του σώματος, αλλά να είναι δύσκολο να επιστρέψει ενάντια στη δύναμη της βαρύτητας. Λιμνάζει στα αγγεία του κατώτερου πεπτικού συστήματος και των κάτω άκρων προκαλώντας μερικές «εξελικτικές» ασθένειες, όπως οι κιρσοί και οι αιμορροΐδες. Παρόλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, είναι αυτονόητο ότι αν η όρθια στάση είχε μόνο μειονεκτήματα δεν θα επικρατούσε. Στην πραγματικότητα προσέφερε και πολύ αξιόλογα πλεονεκτήματα, άλλα από τα οποία είναι εμφανή και άλλα όχι. Ενδεικτικά, μεγάλωσε πολύ το οπτικό πεδίο του ανθρώπου σε σχέση με το μέγεθός του, με συνέπεια να μπορεί να βλέπει από σχετικά μακριά τους εχθρούς ή τη λεία του. Το κυριότερο όμως ήταν ότι άφησε ελεύθερα τα άνω άκρα του, τα οποία μετατράπηκαν σε χέρια και ήταν σε θέση χρησιμοποιήσουν κάποια πρωτόγονα όπλα (οι μεγάλοι πίθηκοι δεν είναι «τετράχειρες», όπως συνηθίζεται να λέγεται, αλλά απλά τετράποδα, τα άκρα των οποίων έχουν εξειδικευτεί σε συλληπτήρια άκρα κατάλληλα για αναρρίχηση). Αυτό πρέπει να ήταν σπουδαίο πλεονέκτημα για τους μακρινούς προγόνους μας. Μια πέτρα ριγμένη με ακρίβεια ή ένα γερό κομμάτι ξύλο μπορούσαν να ακινητοποιήσουν ένα μικρό θήραμα ή να αποθαρρύνουν ένα μέτριο σαρκοφάγο. Φυσικά δεν θα είχαν κανένα αποτέλεσμα απέναντι σ` ένα πεινασμένο λεοντάρι ή μια τίγρη, αλλά σ` όλες τις εποχές τα μεγάλα σαρκοφάγα ήταν αρκετά σπάνια. Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα όμως χάνονταν όταν έφτανε η νύχτα. Η όρθια στάση μετέτρεψε την όραση σε κυρίαρχη αίσθηση, υποβαθμίζοντας σταδιακά τη σημασία της ακοής και της όσφρησης. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι τα ανθρώπινα όντα γίνονταν ανίκανα όχι μόνο να κυνηγήσουν, αλλά και να προστατεύσουν τους εαυτούς τους από τους νυχτερινούς θηρευτές. Το συμπέρασμα που προκύπτει σχεδόν αυθόρμητα από τα παραπάνω είναι ότι η μόνη της η όρθια στάση δεν αρκεί για να εξηγήσει με ποιον τρόπο επιβίωσαν οι άνθρωποι και, πολύ περισσότερο, πώς κατάφεραν να να επιβληθούν στο περιβάλλον τους. Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα βρίσκονται αλλού και συγκεκριμένα στην τεράστια ανάπτυξη του εγκεφάλου, τη συνεργασία του με το χέρι, όπως επίσης και στην αλλαγή του λάρυγγα, η οποία τον έκανε τον άνθρωπο ικανό να μιλά. Με τη βοήθεια αυτών των δύο χαρακτηριστικών οι ανθρώπινες ομάδες ήταν σε θέση να προστατεύουν καλύτερα τον εαυτό τους και, κυρίως να εκμεταλλεύονται πιο αποτελεσματικά το φυσικό χώρο. Στα πεδίο αυτό κανένα άλλο ζώο δε μπορούσε να τους ανταγωνιστεί. α) Η συνεργασία εγκεφάλου και χεριού βοήθησε την παράλληλη εξέλιξη και των δύο και οδήγησε στην κατασκευή εργαλείων. Αυτά τα δύο είναι αδύνατο να χωριστούν μεταξύ τους. Η ανάπτυξη της νοημοσύνης οδηγούσε συνεχώς τα ανθρώπινα όντα στην ανάγκη να φανταστούν και να κατασκευάσουν μέσα ικανά να προεκτείνουν τις σωματικές τους ικανότητες (το εργαλείο και το όπλο δεν είναι παρά προεκτάσεις του χεριού) και οι επιτυχημένες ή μη προσπάθειές τους να τα κατασκευάσουν ανέπτυσσε συνεχώς τη νοημοσύνη τους. Με άλλα λόγια ο Homo sapiens (ο σκεπτόμενος) και ο Homo faber (ο χειροτέχνης) προχώρησαν παράλληλα στο χρόνο, διευκολύνοντας ο ένας τον άλλο. Τα αποτελέσματα ήταν καθοριστικά για την επικράτηση του ανθρώπου. Το μαχαίρι, το ακόντιο, το τόξο και το βέλος ήταν απίστευτες καινοτομίες στην ιστορία του πλανήτη, όπως άλλωστε και το κουπί, η αξίνα, το φτυάρι και το δρεπάνι. Η χρήση τους έδωσε στις ανθρώπινες ομάδες πλεονεκτήματα που δε διέθετε κανένας άλλος οργανισμός. β) Από την άλλη πλευρά η γλώσσα έκανε τους ανθρώπους ικανούς να οργανώνουν τη σκέψη τους, να μοιράζονται εμπειρίες και συναισθήματα και να σχηματίζουν καλά οργανωμένες ομάδες, οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με τις χαλαρές αγέλες των φυτοφάγων θηλαστικών ούτε με τα «στρατιωτικά» οργανωμένα σμήνη μερικών εντόμων. Οι αγέλες των φυτοφάγων προσφέρουν κάποια προστασία με τον όγκο τους, η επιβίωση του ατόμου όμως είναι καθαρά δική του υπόθεση. Ένα γηρασμένο ή άρρωστο άτομο θα χαθεί με την πρώτη επίθεση των αρπακτικών, όπως επίσης και ένα νεογέννητο που δεν είναι ακόμα ικανό να τρέξει. Στην άλλη άκρη, τα σμήνη των μελισσών και των τερμιτών είναι τόσο καλά οργανωμένα, που τα μεμονωμένα άτομα έχουν χάσει οποιαδήποτε δυνατότητα διαφοροποίησης της συμπεριφοράς τους. Ο ρόλος τους είναι τόσο στενά καθορισμένος, που κάθε αλλαγή του οδηγεί στην καταστροφή της ομάδας και όχι στην πρόοδο. Μια μέλισσα με πρωτοβουλίες δεν χρησιμεύει σε τίποτα ούτε στην κυψέλη ούτε στον εαυτό της. Αντίθετα, οι άνθρωποι αποδέχονται κανόνες και συνεργάζονται στενά στις ομάδες τους, διατηρώντας ταυτόχρονα στενούς δεσμούς και μεγάλη ανεξαρτησία συμπεριφοράς. Οι συνέπειες αυτής της διαφοροποίησης ήταν πάρα πολλές, κυρίως στον κοινωνικό τομέα. Τα θηλαστικά, για παράδειγμα, φροντίζουν τα μικρά τους υπακούοντας σ` ένα πανάρχαιο ένστικτο, σπάνια όμως δείχνουν ενδιαφέρον για την τύχη ενός άλλου μέλους της ομάδας που βρίσκεται σε κίνδυνο. Ο άνθρωπος διαφέρει ριζικά στο ζήτημα αυτό, γιατί πέρα από τη φυσική φροντίδα που δείχνει για τα παιδιά του φροντίζει επίσης και τα πιο αδύναμα μέλη της ομάδας του. Ακόμα και ο θεωρούμενος πρωτόγονος Άνθρωπος του Νεάντερταλ είχε τέτοια συμπεριφορά. Ένας σκελετός νεαντερτάλιου που βρέθηκε στο σπήλαιο Σανιντάρ του Ιράκ ανήκει σε ένα άτομο 40 περίπου ετών. Η ηλικία αυτή ήταν πολύ μεγάλη για εκείνη την εποχή, γι` αυτό και το το εύρημα ονομάστηκε «ο γέρος του Σανιντάρ». Το πιο αξιοσημείωτο όμως δεν είναι η ηλικία του αλλά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του σκελετού έφερε πολλά και βαριά παλιά τραύματα, τα οποία είναι βέβαιο ότι τον έκαναν ανάπηρο από τα νεανικά του χρόνια. Το ότι κατάφερε να γεράσει σημαίνει ότι τον συντηρούσε η ομάδα του, διαφορετικά δεν είχε καμία ελπίδα να επιβιώσει. Η σχέση ανθρώπου και χώρου στο τροφοσυλλεκτικό στάδιοΜιας και τα ευρήματα από την ζωή των πρώτων ανθρώπων είναι ασήμαντα, τα κενά που αφορούν τις σχέσεις του ανθρώπου με το χώρο στην περίοδο αυτή μπορεί να τα καλύψει μόνο η βασισμένη στα λογικά συμπεράσματα φαντασία. Με τη βοήθειά της μπορούμε να δούμε τις ανθρώπινες ομάδες να πλανώνται επί πολλές χιλιάδες χρόνια και να ζουν συλλέγοντας τροφή, δηλαδή καρπούς και μικρά ζώα από το περιβάλλον τους. Είναι προφανές ότι αυτός ο τρόπος ζωής, η τροφοσυλλογή, στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εκμετάλλευση του χώρου σε μεγάλη έκταση. Η ομάδα κάλυπτε καθημερινά μεγάλες αποστάσεις για να συγκεντρώσει την τροφή που χρειαζόταν και τη νύχτα της αρκούσε να ανακαλύψει ένα κατάλληλο τόπο για να κοιμηθεί. Η τροφοσυλλογή ήταν σχετικά εύκολη όσο το κλίμα ήταν ευνοϊκό, αλλά τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα όταν ένα μεγάλο μέρος της επιφάνειας της Γης καλύφθηκε από τους πάγους της τελευταίας παγετώδους περιόδου, η οποία άρχισε πριν από 40.000 χρόνια περίπου και διήρκεσε εκατοντάδες αιώνες. Οι συνέπειες της αλλαγής του κλίματος ήταν πολύ σημαντικές για όλες τις μορφές της ζωής και, φυσικά και για τον άνθρωπο. Η διατροφή του ήταν πάντα μικτή (φυτικές τροφές και κρέας), αλλά οι τροφοσυλλεκτικές ομάδες που βρέθηκαν στις καλυμμένες με πάγο περιοχές ήταν αδύνατο να βρουν αρκετά φυτά για να τραφούν. Επομένως έπρεπε να βασιστούν στο κυνήγι, κάτι πολύ δύσκολο. Τα ζώα που κυνηγούσαν την εποχή εκείνη, δηλαδή τα μαμούθ, τα μεγάκερα ελάφια (άνοιγμα κεράτων έως 4 μ.) και οι τριχωτοί ρινόκεροι είχαν γιγάντιες διαστάσεις και τρομερή σωματική δύναμη και δεν είχαν καμία διάθεση να παίξουν εκούσια το ρόλο τροφής. Για να επιβιώσουν επομένως οι άνθρωποι έπρεπε να ξεπεράσουν τη νωχελικότητα του ανέμελου νομάδα και να αποκτήσουν νέες ικανότητες. Αυτή η δυσκολία προκάλεσε μία νέα ανάπτυξη της ανθρώπινης νοημοσύνης, γιατί το στήσιμο των παγίδων για τόσο επικίνδυνα θηράματα διαφέρει πολύ από την απλή συλλογή τροφής. Προϋποθέτει παρατηρητικότητα, μελέτη των συνηθειών των ζώων, ανάπτυξη της εφευρετικότητας για βελτίωση και χρήση των όπλων και ενίσχυση της συνεργασίας στο πλαίσιο της ομάδας. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι το είδος μας απέκτησε τον τελικό τίτλο επιβίωσης στο μεγάλο «σχολείο των παγετώνων».Η πρόοδος του ανθρώπινου είδους επιταχύνθηκε και από την πιεστική ανάγκη ανακάλυψης ή κατασκευής και οργάνωσης μόνιμου καταφυγίου. Το νυχτερινό καταφύγιο αποτελούσε πάντα μια ανάγκη, τώρα όμως το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η προστασία από τους θηρευτές, αλλά και από το ανυπόφορο κρύο. Οι κατάλληλες γι` αυτό το ρόλο σπηλιές ήταν λιγοστές και οι καλύτερες είχαν ήδη καταληφθεί από άλλους ενοίκους, όπως η τεράστια αρκούδα των σπηλαίων, η οποία αρνιόταν πεισματικά να εγκαταλείψει το κατάλυμά της για χάρη των ανθρώπων. Τα πολυάριθμα συγκεντρωμένα κρανία της που συναντώνται σε πολλά σημεία της Ευρώπης δείχνουν ότι οι μάχες που έγιναν ήταν συχνές και άγριες, γιατί το ζώο αυτό είχε φοβερή σωματική δύναμη. Ο κίνδυνος όμως άξιζε τον κόπο. Οι σπηλιές επέτρεπαν στους ανθρώπους να δημιουργήσουν μικροκλίματα με τη βοήθεια της φωτιάς και να επιβιώνουν όταν οι εξωτερικές θερμοκρασίες ήταν υπερβολικά χαμηλές. Έτσι η σπηλιά έγινε ο πρόγονος του σπιτιού, το οποίο αποτελεί τη φυσική εξέλιξή της. Σε άλλα μέρη, όπως στη σχεδόν επίπεδη πεδιάδα της σημερινής Ουκρανίας, σπηλιές δεν υπήρχαν. Εκεί οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να ανακαλύψουν άλλους τρόπους στέγασης. Μάζευαν χαυλιόδοντες, οστά και δέρματα από μαμούθ και κατασκεύαζαν μεγάλες σκηνές διαμέτρου 7 έως 15 μέτρων οι οποίες μπορούσαν να φιλοξενήσουν μεγάλο αριθμό ενοίκων. Και είναι προφανές ότι για να φτιαχτεί μια τέτοια σκηνή έπρεπε να σκοτωθούν δεκάδες από τα γιγάντια αυτά ζώα. Πριν από 20.000 χρόνια περίπου οι πάγοι της τελευταίας παγετώδους περιόδου άρχισαν να λιώνουν, πιθανότατα με εκπληκτικά γρήγορο ρυθμό (υπάρχουν ενδείξεις ότι η απόσυρσή τους έγινε μέσα σε μερικές δεκαετίες). Το τέλος τους σηματοδότησε μία ακόμα νέα εποχή στη ζωή των ανθρώπων και στη σχέση τους με το χώρο, η οποία διήρκεσε και αυτή πολλούς αιώνες. Με τον καιρό, τα νερά από την τήξη των πάγων συγκεντρώθηκαν στα βαθουλώματα του εδάφους και σχημάτισαν μικρές λίμνες, γύρω από τις οποίες έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους τα φυτά τα οποία ακολούθησαν τα φυτοφάγα και τα σαρκοφάγα ζώα. Ο κόσμος έγινε πιο ελκυστικός, αφού ξαναγύρισε η αφθονία τροφής, αλλά και εξίσου επικίνδυνος, γιατί τα αρπακτικά έφταναν τότε σε εκπληκτικά μεγέθη. Μουδιασμένοι από έναν τρόπο ζωής που κράτησε τόσους αιώνες, οι τρωγλοδύτες βγήκαν από τις σπηλιές κι` άρχισαν μια καινούρια προσπάθεια επιβίωσης. Κάθε κυνηγετική ομάδα προσπαθούσε να ανακαλύψει τους καλύτερους κυνηγότοπους μίας πολύ μεγάλης περιοχής και να εκμεταλλευτεί τα ιδιαίτερα γεωγραφικά χαρακτηριστικά τους, όπως για παράδειγμα, τους νερόλακκους που συγκέντρωναν φυτοφάγα ζώα και τα ρηχά περάσματα από τα οποία τα κοπάδια επιχειρούσαν να περάσουν τα ποτάμια. Προσπαθούσε επίσης να χρησιμοποιήσει τις εδαφικές συνθήκες για να τα παγιδεύσει, προκαλώντας ακόμα και παράλογη σφαγή. Στη βάση ενός απότομου γκρεμού κοντά στο Σολυτρέ της Γαλλίας βρέθηκαν οι σκελετοί περίπου 10.000 αλόγων. Τα άλογα δεν υποφέρουν από τάσεις αυτοκτονίας, άρα η παρουσία τους μπορεί να εξηγηθεί μόνο με τη σκέψη ότι οδηγήθηκαν εκεί σκόπιμα από τους ανθρώπους, οι οποίοι βρήκαν έναν απλό τρόπο να προμηθευτούν κρέας. Για να πάρουν ένα ή δύο ζώα σκότωναν δεκάδες, αλλά η έννοια της οικολογικής καταστροφής τους ήταν άγνωστη. Φυσικά με τον καιρό κατάλαβαν ότι θα ήταν πολύ πιο αποδοτικό να εξημερώσουν ορισμένα ζώα και να δημιουργήσουν ζωντανά «εργοστάσια κρέατος», δεν ξέρουμε όμως πότε και πώς ακριβώς άρχισαν να γίνονται κτηνοτρόφοι. Η αρχή ίσως να έγινε με το σκύλο, ο οποίος μάλλον έπαιξε το ρόλο της τροφής πριν γίνει σύντροφος και συνεχίστηκε με ορισμένα εύκολα θηλαστικά όπως το πρόβατο και η κατσίκα, τα οποία υποτάσσονται σ` ένα αρχηγό χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Τα μεγαλύτερα ζώα, όπως τα άλογα και τα βοοειδή, θα πρέπει να χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο λόγω της σωματικής τους δύναμης. Πιστεύεται ότι όλες οι περίοδοι που αναφέρθηκαν πιο πάνω αντιπροσωπεύουν το 90% περίπου της ιστορίας του σύγχρονου ανθρώπου σε διάρκεια και σε αριθμό γενεών. Είναι άγνωστο όμως τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν σε αριθμούς ατόμων, γιατί τότε ο πληθυσμός της Γης ήταν μικρός και οι κυνηγετικές ομάδες ολιγάριθμες. Για την ακρίβεια συμπεραίνουμε ότι ήταν ολιγάριθμες, γιατί το κυνήγι σπάνια είναι αποδοτικό και το κρέας δεν διατηρείται για μεγάλο διάστημα, άρα δεν μπορεί να εξασφαλίσει απρόσκοπτη διατροφή για πολλά άτομα. Συμπεράσματα για το ζήτημα αυτό μπορούν να εξαχθούν και από τη μελέτη των ανθρώπινων ομάδων που έχουν παραμείνει μέχρι σήμερα στο στάδιο των περιπλανώμενων κυνηγών. Η διατροφή τους είναι μικτή, αλλά στηρίζεται κυρίως στη συλλογή φαγώσιμων φυτών και μικρών ζώων που κάνουν οι γυναίκες. Οι Βουσμάνοι της ερήμου Καλαχάρι, για παράδειγμα, οι αυτοαποκαλούμενοι Σαν, έχουν ένα από τα υψηλότερα θερμιδικά επίπεδα διατροφής στον κόσμο, το οποίο όμως οφείλουν κυρίως στις γνώσεις των γυναικών και όχι στην κυνηγετική ικανότητα των ανδρών. Κατά μέσο όρο, οι άνδρες μόνο μία φορά στις δέκα φέρνουν τροφή στην ομάδα και από ποσοτική άποψη τα τρόφιμα που καταφέρνουν να εξασφαλίσουν σπάνια ξεπερνούν το 40% των συνολικών αναγκών της. Γι` αυτό και οι ομάδες τους είναι μικρές (από 12 έως 30 άτομα). Πολλές παρόμοιες ομάδες Βουσμάνων αποτελούν μία «φυλή» ή, πιο σωστά, ένα γένος, το οποίο έχει συνείδηση των κοινών χαρακτηριστικών του. Η κύρια χρησιμότητά του γένους έγκειται στο ότι προσφέρει μεγαλύτερα περιθώρια επιλογής συντρόφου, ώστε να εξασφαλίζεται μία ικανοποιητική ανακατανομή των γονιδίων. Ποτέ όμως τα μέλη του γένους δεν αποφασίζουν να ενωθούν σε μία μεγάλη ομάδα γιατί δε θα κατάφερναν να βρουν αρκετή τροφή, ώστε να επιβιώσουν. Οι σχέσεις ανθρώπου και χώρου κατά το τροφοπαραγωγικό στάδιοΠριν από 12-14.000 χρόνια περίπου (κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς) οι άνθρωποι άλλαξαν τρόπο ζωής και από περιπλανώμενοι τροφοσυλλέκτες μετατράπηκαν σε μόνιμα εγκατεστημένους αγροτικούς πληθυσμούς. Πιστεύεται ότι η αρχή έγινε κάπου στη Μέση Ανατολή και υποθέτουμε ότι οφείλεται σε ένα συνδυασμό κλιματικών μεταβολών, αλλαγών στη βλάστηση και τυχαίων ανακαλύψεων, οι οποίες οδήγησαν στην εκμετάλλευση της γης και σταδιακά στη λεγόμενη αγροτική επανάσταση. Ο όρος «επανάσταση» δεν είναι τυχαίος. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι οι μεταβολές που επήλθαν με το πέρασμα στην αγροτική οικονομία ήταν τόσο μεγάλες, ώστε δεν ήταν πια δυνατή η επιστροφή σε παλαιότερες μορφές παραγωγής χωρίς να προκληθεί πλήρης ανατροπή στην καινούργια δομή της κοινωνικής οργάνωσης που επικράτησε. Είναι αυτονόητο ότι η αλλαγή δεν έγινε αμέσως, τόσο γιατί οι συνήθειες αιώνων δεν αλλάζουν τόσο εύκολα, όσο και γιατί η τύχη παίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Είναι παράλογο, για παράδειγμα, να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι αποφάσισαν αμέσως να καλλιεργήσουν ένα βρώσιμο είδος φυτού που συνάντησαν σε κάποια περιοχή. Η οργανωμένη καλλιέργεια απαιτεί αιώνες παρατηρήσεων και δοκιμών. Το άγριο στάρι για παράδειγμα, που είναι διπλοειδές (έχει δύο σειρές χρωματοσωμάτων), δεν μπορεί να θρέψει μεγάλους πληθυσμούς, γιατί έχει πολύ μικρή απόδοση. Οι άνθρωποι συνάντησαν το φυτό αυτό σε σχετικά μεγάλο υψόμετρο, επειδή όμως οι ίδιοι προτιμούσαν τις πεδιάδες, το μετέφεραν σε χαμηλότερες περιοχές. Είναι πιθανό ότι το νέο περιβάλλον αποδείχθηκε ευνοϊκό για μεταλλάξεις, με συνέπεια να δημιουργηθούν πολυπλοειδικές μορφές σταριού, με περισσότερες σειρές χρωματοσωμάτων (4 και 6), οι οποίες έχουν πολύ καλύτερη απόδοση. Είναι προφανές όμως ότι οι μεταβολές αυτού του είδους και οι αντίστοιχες παρατηρήσεις δε μπορεί να έγιναν από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά ότι χρειάστηκαν πολλούς αιώνες και πολύ τύχη για να πραγματοποιηθούν. Μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί βέβαιο ότι για πολλά χρόνια η εκμετάλλευση ορισμένων χρήσιμων φυτών συνυπήρχε με το κυνήγι. Στην πραγματικότητα μάλιστα η συνύπαρξή τους δε σταμάτησε ποτέ, γιατί οι άνθρωποι προτιμούν το κρέας και δε μπορούν να ζήσουν μόνο με φυτικά προϊόντα. Αυτό που συνέβη με τον καιρό ήταν απλώς μία μεταφορά του κέντρους βάρους των δραστηριοτήτων τους από το κυνήγι στη γεωργία. Ήταν όμως αρκετή για να προκαλέσει μία επανάσταση. Ο επαναστατικός χαρακτήρας του νέου τρόπου ζωής οφειλόταν στη ριζική αλλαγή των σχέσεων μεταξύ του ανθρώπου και του χώρου, η οποία προκάλεσε και αντίστοιχες αλλαγές στη μορφή της παραγωγής και, κατά συνέπεια, στη δομή των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Μια κυνηγετική ομάδα, 20-30 ατόμων πρέπει να έχει στη διάθεσή της τουλάχιστον 650 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης για να επιβιώσει, δηλαδή 20-30 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα για κάθε άτομο. Πρέπει επίσης να βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση, γιατί το αδιάκοπο κυνήγι εξαντλεί τα θηράματα. Σ` αυτές τις συνθήκες, κάθε προσπάθεια προγραμματισμού της καθημερινής ζωής είναι εξαιρετικά δύσκολη. Ακόμα και οι προσωπικές σχέσεις επηρεάζονται από την ανασφάλεια, αφού ένας κυνηγός δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν θα ζει την επόμενη μέρα. Είναι λοιπόν πιθανό ότι στο στάδιο αυτό οι σεξουαλικές σχέσεις ήταν ελεύθερες, με αποτέλεσμα να επικρατήσει η μητριαρχία, κάτι πολύ φυσικό αφού όλοι γνώριζαν ποια ήταν η μητέρα τους, όχι όμως και ο πατέρας τους. Τα παιδιά ανήκαν σε όλη την ομάδα και τα φρόντιζαν όλοι εξίσου. Η καλλιέργεια της γης, έστω και με πρωτόγονα μέσα, ανέτρεψε τελείως αυτή την κατάσταση. Οι ειδικοί υπολογίζουν ότι ακόμα και στα πρώτα στάδια της τροφοπαραγωγής μια έκταση 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων μπορούσε να θρέψει άνετα 150 άτομα, δηλαδή 10 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, επειδή τα γεωργικά προϊόντα διατηρούνται πολύ περισσότερο από το κρέας και παρέχονται σε τακτικά διαστήματα. Επομένως η επιβίωση βασίζεται στην εκμετάλλευση του χώρου σε μικρή και όχι μεγάλη έκταση όπως στο τροφοσυλλεκτικό στάδιο. Αυτός ο τρόπος ζωής έχει επίσης το χαρακτηριστικό ότι επιβάλλει τη μόνιμη εγκατάσταση, γιατί η καλλιέργεια έχει μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Προσφέρει πολλά, αλλά σε εποχιακή βάση. Έτσι οι άνθρωποι άρχισαν να συγκεντρώνονται σε μικρούς, μόνιμους οικισμούς και, κυρίως, να έχουν ένα σταθερό τρόπο ζωής με σαφή στάδια και αντίστοιχες δραστηριότητες στη διάρκεια του έτους. Αυτή η συνήθεια σηματοδότησε την είσοδο στη Νεολιθική Εποχή. Τα πλεονεκτήματα της τροφοκαλλιέργειαςΟι συνέπειες της αλλαγής αποδείχτηκαν καθοριστικές για τη μοίρα των ανθρώπων, γιατί η δυνατότητα προγραμματισμού του μέλλοντος και η αφθονία αγαθών σε μικρό χώρο προκαλούν: 1. Ταχύτερη αύξηση του πληθυσμού. Οι κυνηγετικές ομάδες υφίστανται ένα είδος αυθόρμητου αριθμητικού περιορισμού λόγω της αβεβαιότητας της τροφής. Οι γυναίκες, για παράδειγμα, αναγκάζονται να θηλάζουν για πολλά χρόνια τα παιδιά τους, επειδή δεν είναι βέβαιες ότι θα βρουν άλλο τρόπο να τα θρέψουν, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να συλλάβουν, λόγω των ορμονών που παράγονται στη διάρκεια του θηλασμού. Όταν όμως δεν είναι εξασφαλισμένη ούτε η διατροφή της ίδιας της μητέρας, η παιδική θνησινότητα διατηρείται ούτως ή άλλως σε υψηλά επίπεδα. Σε μία αγροτική κοινωνία δεν υπάρχουν παρόμοιοι περιορισμοί, γιατί τα προϊόντα των ζώων και της γης είναι σχετικά άφθονα. Φυσική συνέπεια είναι η γέννηση αλλά και η επιβίωση πολλών απογόνων. Η σχέση αυτή έχει ανατραπεί σήμερα λόγω της μεγάλης ανάπτυξης των πόλεων και των καταναλωτικών προτύπων που ισχύουν στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον (δεν κάνουμε πολλά παιδιά για να διατηρήσουμε υψηλό επίπεδο ζωής). Τον καιρό εκείνο όμως η ύπαρξη πολλών παιδιών σήμαινε αφθονία εργατικών χεριών για καλλιέργεια. Σήμαινε επίσης και περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης, γιατί μια ομάδα αγροτών με πολλά και ισχυρά νεαρά άτομα είχε περισσότερες δυνατότητες να προστατεύσει τον εαυτό της. 2. Εξειδίκευση των επαγγελμάτων και τεχνολογική πρόοδο του συνόλου. Κάθε τρόπος παραγωγής συνδέεται υποχρεωτικά με την κατασκευή αντίστοιχων εργαλείων, τα οποία μπορούν να θεωρηθούν πνευματικά απολιθώματα με την έννοια ότι αντιπροσωπεύουν το πνευματικό επίπεδο των ανθρώπων οι οποίοι τα κατασκεύασαν και τα χρησιμοποίησαν. Το είδος των εργαλείων διαφέρει από εποχή σε εποχή ανάλογα με τον τρόπο ζωής που επικρατούσε. Μια κυνηγετική ομάδα, για παράδειγμα, χρειάζεται αποτελεσματικά όπλα, ενώ μία γεωργική ομάδα πρέπει να διαθέτει και εργαλεία κατάλληλα για την καλλιέργεια της γης. Μεταξύ τους όμως υπάρχει μια βασική διαφορά. Ένας εφευρετικός κυνηγός που θα ανακαλύψει ένα νέο είδος όπλου, θα μοιραστεί πρόθυμα και χωρίς αίσθηση ιδιοκτησίας την ανακάλυψή του με τους άλλους, γιατί κάθε βελτίωση στον τομέα αυτό εξασφαλίζει και τη δική του επιβίωση (όταν τελειώσει το κυνήγι του ο Βουσμάνος, αφήνει κάπου το τόξο και τα βέλη που χρησιμοποίησε, γιατί δεν τα θεωρεί δικά του. Οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να τα πάρει για να συνεχίσει το κυνήγι). Ο εφευρέτης όμως δεν θα σταματήσει ποτέ να κυνηγά ο ίδιος. Αν επαναπαυθεί στη δόξα της ανακάλυψής του, το πιθανότερο είναι να πεθάνει από την πείνα, γιατί τα θηράματα δεν είναι εύκολο να βρεθούν όποτε τα χρειάζεται κανείς.Η σχετική αφθονία τροφής που διαθέτει μία γεωργική ομάδα αλλάζει τελείως αυτή τη σχέση. Επιτρέπει στον εφευρέτη - κατασκευαστή να κάθεται σπίτι του και να φτιάχνει νέα σκεύη και εργαλεία τα οποία είναι ιδιοκτησία του, άρα μπορεί να τα ανταλλάσσει με είδη διατροφής. Η σταδιακή εξειδίκευση των επαγγελμάτων έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη συνολική εξέλιξη μίας κοινωνικής ομάδας. Ο ειδικευμένος κατασκευαστής έχει την ευκαιρία να βελτιώνει συνεχώς τα προϊόντα του, άρα να μεγαλώνει την αποτελεσματικότητα της παραγωγής, με συνέπεια να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για συνεχή πρόοδο του συνόλου. Επειδή μάλιστα η πολύ μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων σε μικρό χώρο δημιουργεί πολλά προβλήματα που δεν υπήρχαν πριν (π.χ. ύδρευσης, αποχέτευσης, αποθήκευσης σιτηρών κτλ.), οι ανακαλύψεις συσσωρεύονται σε βαθμό δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τον αριθμό των ανθρώπων. 3. Αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων. Σε μία κυνηγετική ομάδα η κοινωνική θέση και το ατομικό γόητρο είναι στενά δεμένα με τις σωματικές – κυνηγετικές ικανότητες, ενώ η ιδιοκτησία των αγαθών του κυνηγιού δεν έχει νόημα, γιατί δε διατηρούνται. Αντίθετα, σε μία αγροτική κοινωνία τα χαρακτηριστικά αυτά εξαρτώνται απόλυτα από την ιδιοκτησία της γης, η οποία εξασφαλίζει και τη μόνιμη ιδιοποίηση των προϊόντων της. Οι προεκτάσεις της «ανακάλυψης» της ιδιοκτησίας είναι πολλές, γιατί οδηγεί υποχρεωτικά σε κοινωνικές συγκρούσεις δημιουργώντας ανισότητες μεταξύ των μελών της κοινωνικής ομάδας, αλλά και των δύο φύλων. Ο άνδρας υπερέχει σε σωματική δύναμη από τη γυναίκα και δεν είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίζει τα προβλήματα της εγκυμοσύνης. Επομένως είναι πιο κατάλληλος για την καλλιέργεια της γης και καλύτερα εξοπλισμένος από τη φύση για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας του. Είναι πολύ πιθανό ότι το γεγονός αυτό οδήγησε στην ανατροπή της μητριαρχίας, την επιβολή της πατριαρχίας και σε ένα είδος ιδιοκτησίας της γυναίκας, ώστε ο άνδρας να είναι βέβαιος ότι οι απόγονοι που θα κληρονομήσουν τα αγαθά του θα είναι δικοί του. Πολλοί από τους μύθους της ελληνικής μυθολογίας θα μπορούσαν να ερμηνευτούν με βάση τους αγώνες που απαιτήθηκαν για την αντικατάσταση της μητριαρχίας από την πατριαρχία. Εξάπλωση της τροφοκαλλιέργειας στο χώρο και το χρόνο – νεολιθική περίοδοςΧάρη στα πλεονεκτήματά του ο αγροτικός τρόπος ζωής σταδιακά απλώθηκε παντού, αλλά όχι αμέσως, γιατί ρόλο έπαιξαν και οι αποστάσεις και οι κλιματικές διαφοροποιήσεις. Ενδεικτικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι στην ελληνική και την ιταλική χερσόνησο εμφανίστηκε εδώ και 10-12.000 χρόνια τουλάχιστον, ενώ στην ψυχρή Νορβηγία τα πρώτα ίχνη οργανωμένης καλλιέργειας παρουσιάζονται μόλις γύρω στο 1800 π.Χ. στην περιοχή του Τροντχάιμ. Η χειροτεχνία που συνδέεται με τους πρώτους αγροτικούς οικισμούς πριν από την ανακάλυψη της χρήσης των μετάλλων λέγεται νεολιθική. Επομένως η νεολιθική εποχή δεν συνδέεται με μία αυστηρά καθορισμένη χρονική περίοδο σε όλη την έκταση της επιφάνειας της Γης, αλλά μόνο με ένα τρόπο ζωής και, κατά συνέπεια, και με μια συγκεκριμένη χειροτεχνία. Είναι αυτονόητο ότι δεν είχαν όλες οι ανθρώπινες ομάδες την ίδια ακριβώς εξέλιξη, επειδή δεν αντιμετώπισαν τα ίδια προβλήματα (π.χ. οι παγετώνες δεν κάλυψαν όλη τη Γη, αλλά ένα μέρος της). Ρόλο άλλωστε έπαιξε και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός. Μερικές αναγκάστηκαν από τα πράγματα να καταφύγουν σε δύσκολα φυσικά περιβάλλοντα (παγωμένες περιοχές, έρημοι, παρθένα δάση), στα οποία ήταν μεν ασφαλείς, αλλά δεν είχαν και πολλά περιθώρια ανάπτυξης πέρα από το κυνήγι. Άλλες προτίμησαν να βασιστούν κυρίως στην εκμετάλλευση των ζώων και έγιναν νομάδες κυνηγοί ή/και περιστασιακοί γεωργοί, όπως οι Ινδιάνοι της Αμερικής. Το γεγονός συτό έγινε αιτία φοβερών συγκρούσεων οι περισσότερες από τις οποίες θα μείνουν για πάντα άγνωστες. Οι κυνηγοί και οι κτηνοτρόφοι είναι φερέοικοι, δηλαδή άνθρωποι που μεταφέρουν μαζί τους το σπίτι τους όπου πάνε και χρειάζονται μεγάλο ελεύθερο χώρο για να επιβιώσουν, επειδή μετακινούνται συνεχώς αναζητώντας συνεχώς νέους κυνηγότοπους ή βοσκοτόπια. Αντίθετα, οι γεωργοί είναι μόνοικοι (έχουν μόνιμη εστία) και από τη φύση της ζωής τους δημιουργούν διαφορετικό πολιτισμό. Όποτε οι δρόμοι αυτών των δύο κατηγοριών ανθρώπων διασταυρώθηκαν ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Αυτό συνέβη πολλές φορές στην ιστορία του κόσμου. Η χρήση των μετάλλωνΗ γεωγραφική κατανομή των ανθρώπων εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό και από τη δυνατότητά τους να επεξεργάζονται και να χρησιμοποιούν τα μέταλλα. Δεν γνωρίζουμε πότε, πού και πώς ακριβώς έγινε η αρχή, υποθέτουμε όμως ότι πρώτα έγιναν γνωστά τα λεγόμενα «αυτοφυή» μέταλλα, δηλαδή αυτά που βρίσκονταν ελεύθερα στην επιφάνεια της Γης, όπως ο χαλκός, ο χρυσός και ο άργυρος. Άγνωστο παραμένει επίσης και το πότε και πώς ακριβώς ανακαλύφθηκαν οι μέθοδοι επεξεργασίας τους, γιατί οι δυσκολίες είναι πολύ περισσότερες απ` ότι φαίνονται με την πρώτη ματιά. Λέγεται, για παράδειγμα, ότι η επεξεργασία του χαλκού ανακαλύφθηκε τυχαία, όταν ένα κομμάτι του έπεσε στη φωτιά και έλιωσε παίρνοντας άλλη μορφή. Για όποιον έχει γνώσεις Φυσικών Επιστημών αυτό είναι αδύνατο να συνέβη, γιατί για να λιώσει ο χαλκός χρειάζεται να εκτεθεί σε θερμοκρασία ανώτερη από 1.080 βαθμούς Κελσίου ενώ η θερμοκρασία της φωτιάς με ξύλα δεν ξεπερνά τους 650 - 670 βαθμούς. Τόσο υψηλές θερμοκρασίες αναπτύσσονται μόνο στους φούρνους των κεραμικών. Άρα είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η ανακάλυψη της επεξεργασίας των μετάλλων πρέπει να έγινε από πληθυσμούς που είχαν ήδη αναπτύξει την τέχνη του ψησίματος των κεραμικών. Η χρήση των μετάλλων είχε μεγάλη σχέση με τη γεωγραφική εξάπλωση των διάφορων ομάδων, επειδή καθόριζε το είδος του εξοπλισμού τους. Τα χάλκινα όπλα ήταν πολύ ανώτερα από τα λίθινα και τα σιδερένα πολύ ανώτερα από τα χάλκινα. Οι λαοί που κατείχαν το πιο εξελιγμένο είδος ήταν σε θέση να επιβάλλουν την κυριαρχία τους και να καταλάβουν μεγάλες περιοχές του κόσμου. Αυτό συνέβη σε όλη τη διάρκεια της πρώιμης αυτής περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας και, εννοείται και στην Ελλάδα. Οι πρώιμοι νεολιθικοί οικισμοί του ελλαδικού χώρου σαρώθηκαν κυριολεκτικά από τους οπλισμένους με χαλκό και ορείχαλκο Αχαιούς και αυτοί με τη σειρά τους από τους σκληρούς Δωριείς που ήξεραν να δουλεύουν το σίδερο. Οι πρώτες πόλειςΧαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της περιόδου είναι και η δημιουργία των πρώτων πόλεων, των μεγαλύτερων έργων του ανθρώπου στην επιφάνεια της Γης. Με τον καιρό, κάποιοι από τους πολυάριθμους μικρούς οικισμούς που έχτισαν οι πρώτοι αγρότες απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία από τους υπόλοιπους, γιατί είχαν κάποια γεωγραφικά πλεονεκτήματα σημαντικά για την εποχή εκείνη. Η βελτίωση των συνθηκών ζωής που παρουσίαζαν, η προσφορά ευκαιριών και ο πλούτος που συσσώρευαν τους έκανε ένα πολύ ελκυστικό περιβάλλον για τους αγρότες που ζούσαν γύρω τους και σύντομα μετατράπηκαν σε αληθινές πόλεις. Η συγκέντρωση όμως των ανθρώπων σε μικρό χώρο έκανε τις πόλεις ευάλωτες σε κάθε είδους έλλειψη βασικών ειδών (τροφής, νερού). Ήταν λοιπόν υποχρεωμένες από την ίδια την αδυναμία τους να προκαλέσουν ένα είδος οργανωτικής «κρυστάλλωσης» του περιβάλλοντος χώρου, ώστε να αποκτούν πιο εύκολα όσα τους χρειάζονταν. Ταυτόχρονα τις έκανε στόχο και για τους νομάδες επιδρομείς, με αποτέλεσμα άλλες να διατηρηθούν για δεκάδες αιώνες και άλλες να φτάσουν σε ένα επίπεδο ανάπτυξης και τελικά να μετατραπούν σε ερείπια. Μια κριτική ματιά στα πιο σημαντικά γνωστά γεγονότα των τελευταίων 5.000 χρόνων δείχνει αμέσως ότι η ιστορία των ανθρώπων – αγροτών ουσιαστικά είναι η ιστορία των πόλεων που δημιούργησαν. Οι πολιτισμοί της αρχαίας Αιγύπτου, της Μεσοποταμίας και της Μινωικής Κρήτης άνθισαν γύρω από μερικά πολυάνθρωπα αστικά κέντρα. Η ελληνική ιστορία δεν είναι παρά ο ανταγωνισμός και τα επιτεύγματα μερικών πόλεων - κρατών και η ιστορία της ρωμαϊκής εποχής ουσιαστικά είναι η ιστορία μιας πόλης. Υπήρξαν φυσικά και περίοδοι κατά τις οποίες οι πόλεις εγκαταλείφθηκαν και οι άνθρωποι ξαναγύρισαν στους μικρότερους οικισμούς και στην καλλιέργεια της γης. Αυτό συνέβη κυρίως μετά τις μεγάλες επιδρομές βάρβαρων νομαδικών λαών, που λεηλάτησαν και έκαψαν τις πόλεις. Στην πράξη όμως οι περίοδοι αυτές αποδεικνύουν ακόμα καλύτερα τη σημασία των πόλεων, γιατί συνήθως χαρακτηρίζονται ως «μεσαιωνικές», δηλαδή άγνωστες. Χωρίς μεγάλες πόλεις δεν υπάρχει σαφής ιστορία γιατί δεν υπάρχουν και άνθρωποι ικανοί να την καταγράψουν. Η ίδια η λέξη πολιτισμός πηγάζει από τη λέξη πόλη. Εξάπλωση στο χώρο και οργάνωσηΚοιτάζοντας τα γεγονότα με το μάτι του γεωγράφου και από την απόσταση ασφαλείας που παρέχει ο χρόνος, μπορούμε να διακρίνουμε δύο κύριες τάσεις στην ιστορία των αγροτικών πληθυσμών όλου του κόσμου σε σχέση με το χώρο, οι οποίες προχωρούν παράλληλα, αλλά με διαφορετικό ρυθμό από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή. Η κατανόησή τους έχει μεγάλη σημασία, επειδή δίνει ένα παράδειγμα του χαρακτήρα που πρέπει να έχει η σύγχρονη γεωγραφική εκπαίδευση. 1) Η πρώτη τάση ήταν πάντα η εξάπλωση και κυριαρχία στο χώρο, με σκοπό την κατοχή εδάφους και την απόκτηση αγροτικών προϊόντων μέσω της καλλιέργειας ή των ανταλλαγών. Αυτό συνέβη πολλές φορές και σε πολλές περιοχές της Γης. Η αφθονία τροφής σε κάποιο χώρο προκαλούσε μεγάλη αύξηση του πληθυσμού, με φυσική συνέπεια να παρατηρείται γρήγορα κορεσμός, ο οποίος, σε συνδυασμό με τις ανισότητες ιδιοκτησίας της γης, προκαλούσε έντονες αντιθέσεις. Οι λύσεις που προσφέρονταν ήταν δύο. Ή να εξαντληθεί η κοινωνική ομάδα σε μία συνεχώς ανανεούμενη σειρά εμφύλιων συγκρούσεων με βέβαιο αποτέλεσμα την αυτοκαταστροφή της ή να εξαπλωθεί στο χώρο (μετανάστευση και αποικισμός). Όσο η Γη ήταν αραιοκατοικημένη, η πιο λογική λύση ήταν η δεύτερη, συνοδευόμενη από τις ευλογίες και, εννοείται, την ανακούφιση της μητρόπολης. Τη μέθοδο αυτή ακολούθησαν στο έπακρο οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι κατάφεραν να εξαπλωθούν σε όλα τα παράλια της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Μάλιστα, επειδή το ενδιαφέρον τους στρεφόταν κυρίως προς την εκμετάλλευση των αγαθών (το εμπόριο) και όχι την παραγωγή, η γεωγραφική τους εξάπλωση έγινε κατά ένα «επιδερμικό» από γεωγραφική άποψη τρόπο, δηλαδή δίπλα στις ακτές, ώστε να εκμεταλλεύονται καλύτερα τις θαλάσσιες μεταφορές. Η τακτική αυτή αποδείχτηκε αποτελεσματική για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά η συνεχής αύξηση του πληθυσμού την οδήγησε κάποτε στα όριά της. Καθώς οι άνθρωποι γίνονταν όλο και περισσότεροι, η εξάπλωση στο χώρο αντιμετώπιζε όλο και περισσότερες αντιστάσεις. Τότε ακριβώς άρχισε η ιστορία των μεγάλων αρχαίων Αυτοκρατοριών. Κάποια από τις ανθρώπινες ομάδες κατάφερνε να επιβληθεί σε ένα αρκετά μεγάλο μέρος της επιφάνειας της Γης και να αναγκάσει τις υπόλοιπες ομάδες να εργαστούν για λογαριασμό της. Κάποτε βέβαια έφτανε και αυτή στα όριά της κάτω από το βάρος των εσωτερικών της αντιθέσεων και των εξωτερικών πιέσεων, κατέρρεε και παραχωρούσε τη θέση της σε μια νέα. 2) Παράλληλα με την εξάπλωση και κυριαρχία στο χώρο εκδηλώθηκε και η δεύτερη τάση, δηλαδή η οργάνωση του ήδη διαθέσιμου χώρου σε όλο και ανώτερα επίπεδα. Όταν δηλαδή μία ανθρώπινη ομάδα εξασφάλιζε την υπεροχή της σε κάποιο χώρο, άρχιζε και την προσπάθεια οργάνωσής του, ώστε να εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες της. Η λειτουργική εξειδίκευση των διάφορων περιοχών, η κατασκευή δρόμων και η σταδιακή ανάπτυξη των μέσων μεταφοράς εκφράζουν αυτή την προσπάθεια, η οποία σηματοδοτεί μία πολύ διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων. Με αυτή, η ανθρώπινη ομάδα προσπαθεί όχι τόσο να διευρύνει γεωγραφικά την ποσότητα των αγαθών που ελέγχει, αλλά να αξιοποιήσει όσο μπορεί καλύτερα σε σχέση με την τεχνολογική της ανάπτυξη το χώρο και τους φυσικούς πόρους (τα διαθέσιμα) που της ανήκουν. Είναι αυτονόητο ότι και η οργάνωση του διαθέσιμου χώρου έχει τα όριά της, τα οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την τεχνολογική ανάπτυξη των ανθρώπων που την επιχειρούν. Αυτό είναι λογικό, γιατί όταν ο τρόπος παραγωγής παραμένει ο ίδιος, κάποτε ο χώρος εξαντλεί τις δυνατότητές του. Τότε πρέπει να αρχίσει από την αρχή η τάση της γεωγραφικής εξάπλωσης, αν βέβαια υπάρχουν περιθώρια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου αποτελεί η λεγόμενη περίοδος των Μεγάλων Ανακαλύψεων (πιο σωστά εξερευνήσεων) του κόσμου από τους Ευρωπαίους. Οι κάτοικοι της γηραιάς ηπείρου ξόδεψαν πολλούς αιώνες αντιμετωπίζοντας τα ανεξάντλητα κύματα των ασιατικών λαών που προσπαθούσαν να τους επιβληθούν, όταν όμως οι εισβολές σταμάτησαν, άρχισαν να αλληλοσφάζονται με ενθουσιασμό για να επιβληθούν ο ένας στον άλλο. Αυτό ήταν λογικό, γιατί η Ευρώπη ήταν περιορισμένη σε έκταση και πυκνοκατοικημένη σε σχέση με το αγροτικό στάδιο ανάπτυξης στο οποίο βρισκόταν ακόμη. Οι πόλεμοι των Ευρωπαίων εντούτοις δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί όλοι βρίσκονταν στο ίδιο περίπου στάδιο ανάπτυξης και κάθε ασήμαντο κομμάτι γης κόστιζε ποταμούς αίματος. Μοναδική διέξοδος ήταν οι ανταλλαγές με την πλούσια και πολυάνθρωπη Ασία. Για όσο καιρό υπήρχε το πολιτιστικά ανώτερο Βυζάντιο ή έστω οι Άραβες, η διέξοδος αυτή ήταν ανοιχτή. Όταν όμως αλώθηκε η Κωνσταντινούπολη τα πράγματα άλλαξαν, γιατί οι Τούρκοι δεν είχαν καμία σχέση με τους επίσης μωαμεθανούς, αλλά μορφωμένους Άραβες. Σφράγισαν ερμητικά τους χερσαίους και θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους προς την Ασία και έφεραν τους Ευρωπαίους σε μία κατάσταση απελπισίας. Βυθισμένοι στις αντιθέσεις τους οι λαοί της Ευρώπης δε μπορούσαν να συνεργαστούν και να εκτοπίσουν τους πανίσχυρους Τούρκους και ουσιαστικά δεν είχε νόημα να πολεμούν μεταξύ τους. Η ισορροπία που είχε επιτευχθεί για το δεδομένο στάδιο ανάπτυξης μόνο με ένα τρόπο μπορούσε να ξεπεραστεί. Με τη γεωγραφική εξάπλωση σε άλλες περιοχές. Προϊόν αυτής της ανάγκης ήταν η εποχή μεγάλων εξερευνήσεων οι οποίες οδήγησαν στην ανακάλυψη του κόσμου. Με τον καιρό οι περιπέτειες αυτές καλύφθηκαν από τον ρομαντικό μανδύα της εποποιίας, στην πραγματκότητα όμως η ρίζα τους βρισκόταν στην αξεπέραστη ανάγκη να βρεθεί νέος χώρος για μια ήπειρο που λιμοκτονούσε στις δεδομένες συνθήκες παραγωγής. Οι ιθαγενείς κάτοικοι των άλλων ηπείρων δεν είχαν καμία ελπίδα. Βρίσκονταν ακόμα σε άλλο στάδιο της σχέσης τους με το χώρο, κάλυπταν σχετικά εύκολα τις ανάγκες τους και δεν είχαν ανακαλύψει αντίστοιχα μέσα καταστροφής με τους Ευρωπαίους. Ή υποτάχθηκαν ή εξαφανίστηκαν. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής (η ιστορία της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά). Η κινηματογραφική βιομηχανία την έχει μετατρέψει άλλοτε σε εποποιία και άλλοτε σε δράμα, συνολικά όμως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Στη σύγκρουση των Ινδιάνων και των λευκών αποίκων καταγράφεται η σύγκρουση δύο τρόπων ζωής και σκέψης τελείως διαφορετικών μεταξύ τους. Οι περισσότεροι Ινδιάνοι ήταν τροφοσυλλέκτες κυνηγοί και δεν μπορούσαν να καταλάβουν για ποιο λόγο οι λευκοί λεηλατούσαν τους φυσικούς πόρους, αφού η φύση πρόσφερε αρκετά για όλους. Δίκαια τους θεωρούσαν βάρβαρους. Από την πλευρά τους οι άποικοι ήταν τροφοκαλλιεργητές και ήταν αδύνατο να κατανοήσουν γιατί έπρεπε να μένουν ακαλλιέργητες απέραντες εκτάσεις οι οποίες ήταν ικανές να θρέψουν εκατομμύρια ανθρώπους. Πίστευαν λοιπόν ότι είχαν δίκηο όταν έλεγαν ότι οι Ινδιάνοι είναι βάρβαροι. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, γιατί κανένας από τους δύο δεν καταλάβαινε τι έλεγε ο άλλος. Η επιβολή των Ευρωπαίων στον κόσμο άλλαξε και τη φιλοσοφία της Γεωγραφίας, η οποία τώρα έπρεπε να υπηρετήσει άλλες ανάγκες. Το πρόβλημα δεν ήταν πια να ανακαλύψεις κάτι, αλλά σε πρώτο στάδιο να κρατήσεις μακριά απ` αυτό τους ανταγωνιστές σου και σε δεύτερο στάδιο να το οργανώσεις, ώστε να το εκμεταλλευτείς καλύτερα. Προϊόν αυτής της ανάγκης δεν ήταν μόνο η αποικιοκρατία, αλλά και ένα σύνολο εκπληκτικών επιστημονικών ανακαλύψεων, γιατί όσο οι Ευρωπαίοι στρατιωτικοί κατακτούσαν τον κόσμο, οι Ευρωπαίοι σοφοί τον μελετούσαν. Νεαροί επιστήμονες στέλνονταν από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις σε όλο τον κόσμο για να μελετήσουν τα εδάφη που τους «ανήκαν» και να καταγράψουν τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές και να συστηματοποιήσουν την εκμετάλλευσή τους. Ανάμεσά τους ήταν άνθρωποι όπως ο Δαρβίνος, ο Λάιελ και ο Χούμπολτ, οι οποίοι άλλαξαν τελείως την οπτική μας για τον κόσμο που μας περιβάλλει. Η βιομηχανική εποχή και τα χαρακτηριστικά τηςΠριν από 250 χρόνια περίπου, η ανθρωπότητα μπήκε σε μία τελείως νέα περίοδο της ιστορίας της, τη βιομηχανική εποχή. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη αυτό περιγράφονται σε όλα τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας και δεν υπάρχει λόγος να αναλυθούν για μία ακόμα φορά. Αυτό που έχει σημασία για το γεωγράφο είναι το είδος και η ποικιλία των νέων μεταβολών που προκάλεσε η βιομηχανική επανάσταση στις σχέσεις του ανθρώπου και του χώρου. Όπως φάνηκε στην προηγούμενη ενότητα, η ιστορία των ανθρώπινων ομάδων στη διάρκεια της αγροτικής εποχής ήταν μία σειρά από προσπάθειες άμεσης ή έμμεσης κατοχής όλο και περισσότερης γης, ώστε να θέσουν κάτω από τον έλεγχό τους περισσότερα αγαθά για εμπορική εκμετάλλευση. Η βιομηχανική επανάσταση δεν περιόρισε τις συγκρούσεις (αντίθετα τις αύξησε), αλλά τις άλλαξε ποιοτικά, γιατί μετέβαλε για μία ακόμα φορά τις σχέσεις μεταξύ του ανθρώπου και του χώρου. Όπως είναι γνωστό, η βιομηχανική παραγωγή βασίζεται στην οργάνωση και λειτουργία ειδικευμένων τοπικά περιορισμένων παραγωγικών μονάδων οι οποίες λέγονται εργοστάσια. Η λειτουργία των εργοστασίων όμως έχει τρομερές επιπτώσεις στις σχέσεις των ανθρώπων και του χώρου που τους περιβάλλει, αλλά και στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Συγκεκριμένα: 1) Για να λειτουργήσει ένα εργοστάσιο έπρεπε να διαθέτει πολύ μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να προκαλέσει μια νέου τύπου «επανάσταση» στις σχέσεις ανθρώπου και χώρου. Όπως είδαμε στις προηγούμενες ενότητες, μία κυνηγετική ομάδα 20 – 30 ατόμων χρειάζεται περίπου 650 τετραγωνικά χιλιόμετρα για να επιβιώσει ενώ σε μία πρώιμη αγροτική κοινωνία ήταν σε θέση να θρέψει περίπου 10 ανθρώπους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Ένα μεγάλο εργοστάσιο όμως ήταν πιθανό να έδινε δουλειά σε 2 ή 3.000 εργαζόμενους, αριθμό που θα πρέπει να αυξηθεί τουλάχιστον κατά 4 ή και 5 φορές, αν συνυπολογιστούν όλα τα μέλη κάθε οικογένειας. Φυσική συνέπεια της νέας σχέσης ήταν η έντονη αστικοποίηση, δηλαδή ο γιγαντισμός των πόλεων, μία τάση η οποία παρατηρείται σε όλη την έκταση της Γης και, όπως φαίνεται, δεν είναι αναστρέψιμη. Η αστικοποίηση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία απ` ότι φαίνεται με την πρώτη ματιά, γιατί ο αστικός τρόπος ζωής δε μοιάζει καθόλου με οτιδήποτε παρατηρήθηκε στο παρελθόν. Αποτελεί μία τελείως νέα κατάσταση, η οποία δεν είναι δυνατό να αντιστραφεί γιατί θα καταλήξει σε κοινωνικό χάος. Για να το καταλάβει κανείς αυτό αρκεί να φανταστεί τι θα συνέβαινε αν τα δισεκατομμύρια των κατοίκων των σημερινών πόλεων έπρεπε ξαφνικά να γυρίσουν στην αγροτική ζωή και να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι γης για καλλιέργεια. Επειδή στην αρχή αυτής της περιόδου δεν υπήρχαν συγκοινωνιακά δίκτυα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να κατοικούν κοντά στο εργοστάσιο, δηλαδή έπρεπε να ζουν και να τρέφονται σε χώρο λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αυτό σήμαινε ότι γεννιόταν ένα νέο είδος πόλης, η βιομηχανική πόλη, η οποία εξαρτιόταν απόλυτα από τον περιβάλλοντα αγροτικό χώρο. Οι κάτοικοί της χρειάζονταν καθημερινά τροφή και γλυκό νερό, αλλά δεν ήταν σε θέση να παράγουν οι ίδιοι το παραμικρό, αφού ούτε ο ελάχιστος ελεύθερος χώρος ούτε ο ελεύθερος χρόνος αρκούσαν γι` αυτό. Σύντομα βέβαια οι γύρω αγρότες κατάλαβαν τις προπτικές που τους άνοιγε η νέα πραγματικότητα και προσαρμόστηκαν αμέσως στην παραγωγή λαχανικών και ζώων κατάλληλων για τη διατροφή των κατοίκων των πόλεων. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό, γιατί το κύριο πρόβλημα δεν ήταν η παραγωγή, αλλά το πώς θα έφταναν τα αγαθά τους στους αστούς πελάτες τους πριν χαλάσουν. Και αυτό μπορούσε να γίνει μόνο αν υπήρχαν κατάλληλα δίκτυα μεταφοράς αγαθών. Την ίδια ανάγκη άλλωστε αντιμετώπιζαν όχι μόνον τα μεμονωμένα άτομα, αλλά και τα εργοστάσια. Για να λειτουργήσει ένα εργοστάσιο πρέπει να προηγηθεί μία τοπική υπερσυγκέντρωση πρώτων υλών, μηχανημάτων και πηγών ενέργειας, η οποία πρέπει επίσης να διατηρείται σε μόνιμη βάση, για να μπορεί να συνεχιστεί η παραγωγή. Επιπλέον, η λειτουργία των εργοστασίων προκαλεί και υπερσυγκέντρωση επεξεργασμένων προϊόντων, τα οποία πρέπει να μεταφερθούν στους καταναλωτές. Για να γίνει όμως όλ` αυτά, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχουν εκτεταμένα δίκτυα μεταφοράς πρώτων υλών και προϊόντων τα οποία αλλοιώνουν με καθοριστικό τρόπο το φυσικό χώρο. Αυτή η ανάγκη οδηγεί υποχρεωτικά και σε μία επανάσταση των μεταφορών με τρομερές συνέπειες. Οι σιδηροδρομικές τροχιές, τα οδικά δίκτυα, τα λιμάνια και τα αεροδρόμια καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση, εξαφανίζουν τη φυσική χλωρίδα και πανίδα, ενοχλούν τους ανθρώπουν και μερικές φορές διαιρούν τις περιουσίες τους. 2) Η βιομηχανική ανάπτυξη άλλαξε τελείως και τις οικολογικές σχέσεις συνθήκες στην επιφάνεια της Γης. Τα βιομηχανικά αγαθά είναι πολύ περισσότερα σε όγκο και ποικιλία και πολύ πιο φτηνά από τα αγαθά των προηγούμενων εποχών, άρα πιο προσιτά στον καταναλωτή. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μια «δίψα» για την απόκτησή τους και αντίστοιχη συνεχή αύξηση της παραγωγής, η οποία θεωρήθηκε ως αποκλειστικός δείκτης της ανάπτυξης κάθε χώρας. Ότι κερδίζει όμως ο άνθρωπος σε ένα τομέα το χάνει σε κάποιον άλλο. Οι συνέπειες αυτής της προσπάθειες ήταν πάρα πολλές και κυρίως στους τομείς της κατανάλωσης των πρώτων υλών και των πηγών ενέργειας που υπήρχαν στις βιομηχανικές χώρες. Φυσική συνέπεια ήταν η αναζήτησή τους σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Η αναζήτηση αυτή οδήγησε σε νέου είδους συγκρούσεις καθώς από τον πόλεμο μεταξύ νομάδα και αγρότη πέρασε την ανθρωπότητα στη σύγκρουση μεταξύ εκείνου που κατέχει τις πρώτες ύλες και εκείνου που μπορεί να τις αξιοποιήσει. Στο ίδιο πεδίο αναφοράς ήταν και οι συγκρούσεις μεταξύ των βιομηχανικών χωρών που αναζητούσαν προνόμια στην παγκόσμια κατανομή. Όλοι σχεδόν οι πόλεμοι των δύο τελευταίων αιώνων είχαν τη ρίζα τους σ` αυτή την αντίθεση, άλλο αν καλύφθηκαν συχνά κάτω από ιδεολογικές πολιτικές και εθνικές αντιθέσεις. Προϊόντα της ίδιας διαδικασίας ήταν η διεθνοποίηση της οικονομίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και η λογική της προέκταση, δηλαδή η παγκοσμιοποίηση που επιχειρείται σήμερα. 3) Στα πρώτα στάδια της βιομηχανικής εποχής, η ανάπτυξη της τεχνολογίας προκάλεσε μία πληθυσμιακή έκρηξη σε όλες τις χώρες του κόσμου. Η εισαγωγή μηχανών και χημικών ουσιών στην αγροτική παραγωγή που αύξησε την ποσότητα των τροφίμων, η πρόοδος της μηχανικής που βελτίωσε την αποχέτευση και εξαφάνισε τις επιδημίες και η ανάπτυξη της ιατρικής αύξησαν εντυπωσιακά το μέσο όρο ζωής των ανθρώπων και περιόρισαν στο ελάχιστο τη βρεφική θνησιμότητα. Έτσι, ακόμα και σε εποχές μεγάλης θνησιμότητας η αύξηση του πληθυσμού ήταν ταχύτατη. Ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος για παράδειγμα προκάλεσε το θάνατο 50.000.000 ανθρώπων, αλλά στη διάρκειά του ο πληθυσμός της Γης αυξήθηκε κατά 200-250.000.000 άτομα. Στα χρόνια που ακολούθησαν όμως παρατηρήθηκε ένα άλλο φαινόμενο. Σταδιακά, στις ανεπτυγμένες χώρες ο αριθμός των γεννήσεων μειώθηκε εντυπωσιακά και σε πολλές απ` αυτές σχεδόν εξισώθηκε με τους θανάτους ή ξεπεράστηκε απ` αυτούς. Αντίθετα, στις φτωχές χώρες του λεγόμενου «τρίτου κόσμου» παρατηρήθηκε το αντίθετο φαινόμενο, δηλαδή μία χωρίς όρια αύξηση των γεννήσεων, άρα και του πληθυσμού. Η ακριβής σχέση ανάμεσα στην βελτίωση του επιπέδου ζωής και τη μείωση του αριθμού των γεννήσεων δεν είναι ξεκαθαρισμένη και μάλλον είναι δύσκολο να ξεκαθαριστεί, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Κινδυνεύοντας να κατηγορηθεί για υπερβολή, θα μπορούσε κανείς να πει ότι όταν το επίπεδο ζωής ανεβαίνει, οι άνθρωποι προσπαθούν ενστικτωδώς να το διατηρήσουν μειώνοντας τον αριθμό των ατόμων που πρέπει να μοιραστούν την ίδια «πίτα» αγαθών. Αντίθετα, όταν το επίπεδο ζωής είναι χαμηλό, οι άνθρωποι αδιαφορούν για κάτι που, έτσι κι` αλλιώς δεν διαθέτουν και, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ασκούν το κυριαρχικό δικαίωμα της ζωής, την αναπαραγωγή, σαν ένα τρόπο άρνησης της πραγματικότητας. Πέρα από τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές ερμηνείες όμως, αυτό που έχει σημασία για τη σύγχρονη Γεωγραφία είναι ότι η μείωση του πληθυσμού στις ανεπτυγμένες χώρες και η ταυτόχρονη υπερβολική αύξησή του στις φτωχές δημιουργεί τις πιο επικίνδυνες προοπτικές για το μέλλον. Δεν υπάρχει πια αμφιβολία ότι στα χρόνια που έρχονται οι γιγαντιαίες μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών και οι εσωτερικές συγκρούσεις στις χώρες υποδοχής θα γίνουν το μεγαλύτερο πρόβλημα του κόσμου. Η μεταβιομηχανική εποχήΚατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες (από το 1970 και μετά) ο κόσμος φαίνεται να μπήκε σε μια νέα περίοδο, τη λεγόμενη μεταβιομηχανική εποχή κατά την οποία η ανάπτυξη της πληροφορικής και η εφαρμογή της σε όλους σχεδόν τους τομείς της παραγωγής προκάλεσε μία νέα μεταβολή των σχέσεων ανθρώπου και χώρου, η οποία σταδιακά επηρεάζει την κοινωνική και χωρική οργάνωση σε παγκόσμιο επίπεδο. Τώρα πια φαίνεται να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία ποιος παράγει, αλλά ποιος ελέγχει τις ανακαλύψεις, το εμπόριο και την κατανομή των αγαθών. Χώρες οι οποίες κάποτε είχαν την πρωτοκαθεδρία στη βιομηχανική παραγωγή φαίνονται να παραχωρούν με ασυνήθιστη προθυμία αυτό το ρόλο σε άλλες, κάποτε καθυστερημένες χώρες, οι οποίες όμως είναι ικανές να παράγουν με πολύ μικρότερο κόστος. Οι ίδιοι οι παλαιοί παραγωγοί δείχνουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για τον έλεγχο της τεχνολογίας και του εμπορίου μέσω της αξιοποίησης της πληροφορίας. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της λεγόμενης Παγκοσμιοποίησης της Οικονομίας. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πολλά και τα προβλήματα μεγάλα, αλλά είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς με ακρίβεια το είδος των αλλαγών που έρχονται, γιατί όταν ο παρατηρητής συμμετέχει σε εξελίξεις τόσο μεγάλης κλίμακας, άθελά του αξιολογεί τα γεγονότα με υποκειμενικά κριτήρια. Για το γεωγράφο της εκπαίδευσης είναι πιο τίμιο να αφήσει την κριτική αντιμετώπιση των εξελίξεων σε πιο ειδικευμένους επιστήμονες παρά να παριστάνει το μαθητευόμενο μάγο σε ζητήματα που είναι αδύνατο να μελετήσει με ακρίβεια. 1. "Ιστορία της Ανθρωπότητας" της UNESCO εκδόσεις Χ. Τεγόπουλος - Ν. Νίκας και Σια (12 τόμοι) 2. "Παγκόσμια Ιστορία" TIME - LIFE" εκδόσεις Καπόπουλος (21 τόμοι) 3. "Γένεση της Ανθρωπότητας" της Cam. Arambourg, έκδοση "LES PRESSES UNIVERSITAIRES DE FRANCE" ελληνική έκδοση Ι. Ν. Ζαχαρόπουλος Η κατά περίπτωση κοινωνιολογική - γεωγραφική ερμηνεία των δεδομένων βασίστηκε στις προσωπικές απόψεις του συγγραφέα. |