Του Θεόδωρου Τσουνάκου, Φυσιογνώστη Γεωγράφου ΕισαγωγήΧάρη στη σχολική εκπαίδευση και τα Μ.Μ.Ε. οι περισσότεροι από τους σημερινούς ανθρώπους είναι λίγο πολύ εξοικειωμένοι με το περιεχόμενο της Οικολογίας και τους όρους που χρησιμοποιεί, ελάχιστοι όμως γνωρίζουν πόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε η μελέτη των οικολογικών σχέσεων ανθρώπου και χώρου στη διαμόρφωση της επιστήμης της Γεωγραφίας. Εδώ και 150 χρόνια περίπου, οι γεωγράφοι συμμετέχουν σε μια αδιάκοπη αντιπαράθεση απόψεων πάνω σ` αυτό το πεδίο, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης Γεωγραφίας να μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος «Οικολογίας του Ανθρώπου». Το ζητούμενο είναι η ανακάλυψη σχέσεων, αλληλεπιδράσεων και αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των ανθρώπινων ομάδων και του φυσικού περιβάλλοντος, οι οποίες επηρεάζουν τόσο τη γεωγραφική κατανομή των ανθρώπων και των δραστηριοτήτων τους, όσο και την εξέλιξή τους στο χρόνο. Στο σύντομο αυτό άρθρο γίνεται μια προσπάθεια να παρουσιαστεί συνοπτικά η εξέλιξη αυτής της διαδικασίας και των αντίστοιχων των ιδεών που διαμορφώθηκαν σε κάθε στάδιό της. H ανάγκη συσχετισμού του ανθρώπινου και του περιβαλλοντικού παράγοντα στη Γεωγραφία δεν είχε γίνει αισθητή έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε η γεωγραφική μελέτη μιας περιοχής εξαντλείτο σε απλές περιγραφές του φυσικού περιβάλλοντος, διανθισμένες με περιγραφές ζώων και φυτών, κατά προτίμηση παράδοξων, που θα μπορούσαν να εξάψουν την περιέργεια, άρα και το ενδιαφέρον του αναγνώστη ή του ακροατή. Κανείς όμως δεν είχε σκεφθεί να συνδέσει όλες αυτές τις πληροφορίες σε ένα ενιαίο σύνολο, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνοντ αν οι εδαφικοί παράγοντες, το υπέδαφος, το κλίμα, η χλωρίδα και η πανίδα και, πολύ περισσότερο, κανείς δεν είχε αντιμετωπίσει την πιθανότητα να ενσωματώσει σε αυτό το σύστημα τον άνθρωπο. Μια τέτοια ιδέα θα προκαλούσε πρόκληση για τις θρησκευτικές και κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής, αφού ήταν «γνωστό» ότι ότι η φύση δημιουργήθηκε για χάρη του ανθρώπου, η μόνη υποχρέωση του οποίου ήταν να την εξερευνήσει και να τη μελετήσει με στόχο να την εκμεταλλευτεί καλύτερα. Οι πρώτοι που δοκίμασαν να ξεφύγουν από το κατεστημένο ήταν ο Alexander von Humbolt (1769 – 1859) και ο Karl Ritter (1769 – 1859), δύο σημαντικοί επιστήμονες που μάλλον δεν υποπτεύθηκαν ποτέ τις συνέπειες των απόψεών τους. Ο πρώτος ήταν ένας πολυταξιδεμένος μηχα νικός ο οποίος θεμελίωσε την επιστημονική Φυσική Γεωγραφία. Επιθεωρητής ορυχείων στην αρχή, ταξίδεψε στα χρόνια της ωριμότητάς του στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία και συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες για το φυσικό περιβάλλον. Αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει από τους άλλους μελετητές ήταν το ότι διέκρινε μια βαθύτερη ενότητα και αλληλεξάρτηση των στοιχείων του φυσικού κόσμου, την οποία προσπάθησε να αποδώσει και να ερμηνεύσει στα πολυάριθμα έργα του. Το πιο σημαντικό απ` αυτά, «Ο Κόσμος» («The Cosmos»), εκδόθηκε σε πέντε τόμους μεταξύ 1845 και 1862 και επηρέασε καθοριστικά την εξέλιξη της Φυσικής Γεωγραφίας. Αντίθετα με τον Humbolt ο Ritter είχε ακαδημαϊκό υπόβαθρο κοινωνικών επιστημών (ήταν καθηγητής της Φιλοσοφίας) και προσπαθούσε να βάλει τις βάσεις μιας νέας, όπως ισχυριζόταν, Γεωγραφίας, η οποία δεν θα έβλεπε τη Γη μόνο ως φυσικό περιβάλλον, αλλά ευρύτερα, ως χώρο κατοικίας του ανθρώπου. Εννοείται ότι περιορισμένος στο πλαίσιο των γνώσεων και πεποιθήσεων της εποχής του ο Ritter δεν ήταν σε θέση να διατυπώσει αιτοκρατικές επιστημονικές σχέσεις ικανές να εξηγήσουν το “περίεργο” γεγονός ότι η Γη φαινόταν να είναι ιδανικό περιβάλλον για τον άνθρωπο. Φυσκή συνέπεια ήταν να διακρίνει πίσω απ` όλα αυτά τη θέληση ενός ανώτατου όντος που καθόριζε τα πάντα για χάρη του ανθρώπου. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι, σύμφωνα τουλάχιστον με ορισμένους μελετητές του (Dickinson 1969), φαίνεται να πίστευε ότι το φυσικό περιβάλλον καθόριζε την εξέλιξη των κατά τόπους κοινωνιών, μια ιδέα πολύ ασυνήθιστη πριν από την διατύπωση της Θεωρίας της Εξέλιξης. Αυτή ακριβώς η αντίληψη κάνει πολλούς να τον θεωρούν «πατέρα» της σύγχρονης Ανθρωπογεωγραφίας. Τόσο ο Humbolt, όσο και ο Ritter προετοίμασαν το έδαφος για τις μεγάλες αλλαγές που θα έφερνε στην επιστημονική σκέψη ο Δαρβινισμός, γιατί οι προσωπικότητες του επιπέδου του Νεύτωνα και του Δαρβίνου δεν επηρεάζουν την εξέλιξη των ιδεών μόνο στο δικό τους επιστημονικό τομέα. Οι δαρβινικές ιδέες της μεταβολής στο χρόνο, της αλληλεξάρτησης μεταξύ των όντων και του φυσικού τους περιβάλλοντος, του ανταγωνισμού και της επιλογής πυροδότησαν μια ολόκληρη σειρά αντιπαραθέσεων μεταξύ των γεωγράφων, οι οποίες δεν είναι και τόσο γνωστές, συνεχίζονται όμως μέχρι σήμερα. Όπως ήταν αναμενόμενο, την αρχή έκαναν οι φυσικοί γεωγράφοι, οι οποίοι ενθουσιασμένοι από τις προπτικές που τους άνοιγε η νέα επιστημονική σκέψη, προσπάθησαν να ανακαλύψουν και να διατυπώσουν γενικές αρχές, οι οποίες απεδείκνυαν και ερμήνευαν την, όπως ήθελαν να πιστεύουν, απόλυτη εξάρτηση των ανθρώπων από το φυσικό περιβάλλον, σύμφωνα με τα πρότυπα της Θεωρίας της Εξέλιξης. |
Το πρόβλημα που ανέκυψε ήταν ότι σχέσεις εξάρτησης οπωσδήποτε υπήρχαν, αλλά δεν είχαν καθολικό χαρακτήρα και δεν ήταν δυνατό να ερμηνεύσουν όλες τις περιπτώσεις. Έτσι η αναζήτησή τους από γεωγράφους όπως ο Friedrich Ratzel (1844 – 1904) και η Ellen Churchill Semple (1863 – 1932) κατέληξε σε χονδροειδή συμπεράσματα, πολλά από τα οποία εμφανίστηκαν και διατηρήθηκαν για πολλά χρόνια στα ελληνικά σχολικά βιβλία (π.χ. ότι «οι Έλληνες έγιναν καλοί ναυτικοί επειδή η χώρα τους ήταν ορεινή» λες και η Ιταλία δεν έχει το ίδιο περίπου γενικό ανάγλυφο με την Ελλάδα). Αυτός ο χονδροειδής περιβαλλοντικός ντετερμινισμός εθεωρείτο τότε το άκρον άωτο της επιστημονικής Γεωγραφίας, αλλά οδηγούσε σε υπερβολές τις οποίες δεν δίστασαν να αξιοποιήσουν αργότερα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Οι Ναζί, για παράδειγμα, οδήγησαν στα άκρα τις ιδέες του Ratzel για το “ζωτικό χώρο” που χρειάζεται μια ανθρώπινη ομάδα για να επιβιώσει, προκειμένου να δικαιολογήσουν τις επεκτατικές τους βλέψεις. Η αντιπαράθεση στον χονδροειδή ντετερμινισμό ξεκίνησε από τη Γαλλία στις αρχές του 20ου αιώνα και είχε «πατριάρχη» της τον Paul Vidal de la Blache (1845 – 1918), καθηγητή της Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Κατά την άποψή του, η οποία διέφερε ριζικά από εκείνη των περιβαλλοντικών ντετερμινιστών, το περιβάλλον οπωσδήποτε επηρεάζει τα ανθρώπινα όντα, αλλά ποτέ απόλυτα. Ο άνθρωπος διατηρεί πάντα τη δυνατότητα (possibilite) να ακολουθήσει δικούς του δρόμους και να κάνει επιλογές, όσο βέβαια του επιτρέπουν η διανοητική του ανάπτυξη και οι γνώσεις και οι δεξιότητες που αποκτά στην πορεία του. Η νέα αυτή αντίληψη, ο λεγόμενος Ποσιμπιλισμός (Possibilism), προκάλεσε επανάσταση στις ιδέες των γεωγράφων, επειδή ουσιαστικά αναγνώρισε ότι ο άνθρωπος είναι ένας σημαντικός «γεωγραφικός παράγων» με την έννοια ότι παίζει σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου κάθε περιοχής του κόσμου. Παρά τα θετικά του σημεία εντούτοις, ο Ποσιμπιλισμός δεν απέφυγε με τη σειρά του τις υπερβολές, ίσως λόγω της τεράστιας αυτοπεποίθησης που δημιουργούσε τότε στους Ευρωπαίους η κυριαρχία τους σε όλη την επιφάνεια του πλανήτη. Ο Lucien Febvre (1878 – 1956), για παράδειγμα, σχεδόν εκμηδένισε τη επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος με τον ισχυρισμό ότι η νέα αντίληψη «βάζει σε πρώτη μοίρα τον άνθρωπο και όχι πλέον τη Γη». Οι υπερβολικές διατυπώσεις αυτού του είδους, που ήταν φανερό ότι δεν είχαν μεγάλη σχέση με την αλήθεια, αποτελούσαν πρόκληση για τους φυσικούς επιστήμονες, οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι στην αυστηρότητα των επιστημονικών μεθόδων και δεν μπορούσαν να ανεχθούν τις γενικόλογες διαπιστώσεις των κοινωνιολόγων που ασχολούνταν με τη Γεωγραφία. Μια νέα, πολύ πιο προσεκτική στη μεθοδολογία της γενιά φυσικών γεωγράφων ανέλαβε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, προσπαθώντας να μην πέσει στα ίδια λάθη με τους Ratzel και Semple. Σήμερα πιο σημαντικοί από αυτούς θεωρούνται οι Αμερικανοί Ellsworth Huntington (1876 – 1947) και Griffith Taylor (1880 – 1963). Ο πρώτος, επηρεασμένος ίσως από τον Δαρβίνο, εντόπισε το ενδιαφέρον στο κλίμα, το οποίο θεωρούσε κύριο περιβαλλοντικό παράγοντα που καθορίζει την πνευματική και κοινωνική εξέλιξη των ανθρώπινων ομάδων. Στο έργο του «Ο Παλμός της Ασίας» («The pulse of Asia» 1907), για παράδειγμα, περιέγραψε μια ολόκληρη σειρά κλιματικών μεταβολών οι οποίες, κατά τη γνώμη του, προκάλεσαν τα κύματα των «βαρβάρων» (ο όρος αμφισβητείται) που κάλυψαν αργότερα την Ευρώπη. Για να μην τον κατηγορήσουν όμως για χονδροειδή ντετερμινισμό, ο Huntington ταξίδεψε ο ίδιος στις περιοχές που ανέφερε και κατέγραψε στοιχεία τα οποία πίστευε ότι αποδείκνυαν με σαφώς επιστημονικό τρόπο αυτές τις μεταβολές (οικισμούς, δακτύλιους δένδρων, παλιές κοίτες ποταμών και λιμνών κ.ά.). Ήταν μια καλή προσπάθεια, αν όμως την εξετάσει κανείς με προσοχή, εύκολα διαπιστώνει ότι είναι μονόπλευρα φυσική – ντετερμιστική. Αποδέχεται προκαταβολικά την αποκλειστική επίδραση των φυσικών παραγόντων και δεν εξετάζει επαρκώς το βαθμό της επίδρασής τους στις διάφορες ανθρώπινες ομάδες που την υπέστησαν (οι άνθρωποι δεν αντιδρούν παντού και πάντα με τον ίδιο τρόπο στις περιβαλλοντικές πιέσεις). Άλλωστε ο Huntington δεν απέφυγε τελικά τις υπερβολές προσπαθώντας να αποδώσει στο κλίμα της Καλιφόρνιας το αυξημένο ποσοστό ψυχικών παθήσεων που είχαν καταγραφεί στην περιοχή αυτή. Ακόμα πιο προσεκτικός από τον Huntington ήταν ο Taylor, ένας γεωλόγος ο οποίος είχε πάρει μέρος στην αποστολή του Σκοτ στην Ανταρκτική. Αυτός δεν περιορίστηκε σε ένα μόνο παράγοντα (το κλίμα) αλλά συγκέντρωσε άφθονες στατιστιστικές περιβαλλοντικές πληροφορίες για μεγάλα τμήματα του κόσμου και με τη βοήθειά τους, προ σπάθησε να εντοπίσει περιοχές κατάλληλες για εποικισμό από το λευκό άνθρωπο (αυτό ήταν το πιο ενδιαφέρον ζήτημα εκείνης της εποχής). Τη μεγαλύτερη επιτυχία της μεθόδου του ο Taylor τη γνώρισε στην περίπτωση της Αυστραλίας, προφανώς επειδή αυτή η χώρα – ήπειρος έχει συμπαγές σχήμα που επιτρέπει την καλύτερη δυνατή αξιολόγηση των φυσικών χαρακτηριστικών της. Όταν τελείωσε ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Αυστραλοί φοβήθηκαν ότι η χώρα τους θα κατακλυζόταν από Ασιάτες μετανάστες, προοπτική που δεν τους ενθουσίαζε καθόλου. Αποφάσισαν λοιπόν να προσελκύσουν Βρετανούς και γενικά Ευρωπαίους μετανάστες ισχυριζόμενοι ότι η Αυστραλία μπορεί να φιλοξενήσει από 120 έως 380 εκατομμύρια ανθρώπους.
Ο Taylor μελέτησε προσεκτικά τα φυσικά χαρακτηριστικά της Αυστραλίας και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα δεν είχε τη δυνατότητα να κατοικηθεί από περισσότερους από 30.000.000 ανθρώπους, αν βέβαια ήθελε να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο ζωής, ανάλογο με εκείνο της Ευρώπης. Όπως δείχνει ο χάρτης Ι ο Taylor καθόρισε την «αξία» των διαφόρων περιοχών της χώρας αφού έλαβε υπόψη του μια σειρά κλιματικών και εδαφικών παραγόντων. Αξίζει να παρατηρηθεί (χάρτης ΙΙ από το ίδιο βιβλίο) ότι το 1972 η κατανομή των ανθρώπων στην Αυστραλία ακολουθούσε με ακρίβεια την αξιολόγηση των περιοχών που είχε προτείνει ο Taylor, όπως επίσης και το ότι σήμερα, 80 χρόνια μετά τη λήξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου ο πληθυσμός της χώρας μόλις και μετά βίας ξεπερνά τους 20.000.000 ανθρώπους.
Η επιτυχία του Taylor στην περίπτωση της Αυστραλίας (χάρτης ΙΙΙ) δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση απόδειξη της ορθότητας των απόψεών του, οι οποίες εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία των μονόπλευρων περιβαλλοντικών ντετερμινιστικών θεωριών. Η Αυστραλία (όπως και οι ΗΠΑ παλαιότερα) είναι ένας κλειστός κόσμος, έξω από τους μεγάλους δρόμους του πλανήτη, που μπορεί σε κάποιο βαθμό να βάλει περιορισμούς στη μετανάστευση και να απομονωθεί. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συνέβαινε αν είχε κοινά σύνορα με φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου που ασφυκτιούν κάτω από την πίεση του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού τους. Όσο για την επίδραση των φυσικών παραγόντων, αρκεί να παρατηρήσει κανείς ότι η Αθήνα είναι κτισμένη στην πιο φτωχή σε βροχές περιοχή της Ελλάδας μετά η Σαντορίνη, με άγονο έδαφος και μέτρια επικοινωνία με την υπόλοιπη χώρα. Αν οι φυσικοί παράγοντες ήταν τόσο αποφασιστική σημασία, όσο ισχυρίζεται ο Taylor η πρωτεύουσα της Ελλάδας απλώς δεν θα υπήρχε. Ήταν πια καιρός η εξέλιξη των ιδεών της Γεωγραφίας να μει στο τρίτο στάδιο της εξέλιξής της που άρχισε γύρω στο 1950, μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
|