Μια αβλεψία μόνο;

Filed in ΙΔΕΕΣ by on 9 Ιουνίου 2021

Εξαιτίας μιας αβλεψίας κατά τη σύνταξη των προγραμμάτων σπουδών το 1998, η χρωμοσωμική θεωρία-δηλαδή η θεωρία που υπέδειξε τα χρωμοσώματα ως τη φυσική βάση της κληρονομικότητας-παραλήφθηκε, ώστε να μην αναφέρεται ούτε ως όρος στα σχολικά βιβλία που συνεγράφησαν στη συνέχεια. Θα μου πείτε πού το πρόβλημα; Αν οι μαθητές μπορούν να εφαρμόζουν τον μεντελικό φορμαλισμό και να λύνουν προβλήματα Γενετικής, τι χρειάζεται να γνωρίζουν ότι ο νόμος του διαχωρισμού του και ότι η διπλή εφαρμογή του στον νόμο του ανεξάρτητου συνδυασμού, απηχούν τις κινήσεις των χρωμοσωμάτων κατά τη μείωση, που ειρήσθω εν παρόδω, στο σχολικό βιβλίο ακροθιγώς αναφέρονται στη λεζάντα μιας εικόνας;

Γνώμη λοιπόν του γράφοντος, γνώμη που θα την υποστηρίξει αντλώντας επιχειρήματα από την ιστορία της Γενετικής, είναι πως η χρηστική αξιοποίηση “αυτοματισμών”, από μόνη της δεν αποδεικνύει ότι ο μαθητής επικοινωνεί ουσιαστικά με τα βιολογικά φαινόμενα από τα οποία απορρέουν οι αυτοματισμοί αυτοί.

Ας το πιάσουμε όμως το πράγμα από την αρχή. Φυσικά γνωρίζετε ότι πίσω από όλη την κοσμογονία που συνέβαλε στην εδραίωση της Γενετικής ως κεντρικού κλάδου της Βιολογίας βρίσκεται ο Thomas Hunt Morgan και τα περίφημα fly boys του, οι προπτυχιακοί ακόμη φοιτητές H. J. Muller, A. Sturtevant και C. Bridges. Αυτό που ίσως αγνοείτε-διότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση αμέλησε να μας μάθει-είναι ότι ο Morgan, ως το 1910 περίπου, καταφερόταν εναντίον πολλών από αυτά τα οποία θεωρούμε σήμερα, θέσφατα στη Βιολογία. Ήταν επιφυλακτικός απέναντι στη θεωρία της Φυσικής Επιλογής, διότι κατά τη γνώμη του, “δούλευε”-όπως άλλωστε υπεστήριξε ο δημιουργός της-με μικρές αλλαγές που κατά τον Morgan ήταν άνευ εξελικτικής σημασίας. Θεωρούσε ότι η άποψη πως τα χρωμοσώματα μπορούν να σχετίζονται με την κληρονομικότητα και τον φυλοκαθορισμό, ήταν απλώς μια θεωρητική εικασία, απευκταία μάλιστα, διότι “έδινε το φιλί της ζωής” στην παρωχημένη θεωρία του προκαθορισμού.

Για τον μεντελισμό δε, τι να λέμε; Πίστευε πως αν ήταν ορθός-και αν ήταν επίσης ορθή η χρωμοσωμική θεωρία- τότε θα έπρεπε στα αποτελέσματα των διασταυρώσεων να εμφανίζονταν πολλοί συγκληρονομούμενοι χαρακτήρες, καθώς κάθε παράγοντας του Μέντελ θα κληροδοτείτο πάντα μαζί με όλους τους άλλους με τους οποίους βρίσκεται στο ίδιο χρωμόσωμα. Ισχυριζόταν επίσης πως η εφαρμογή των μεντελικών νόμων οδηγεί σε μια πολύ τακτοποιημένη σειρά φαινοτυπικών τάξεων στους απογόνους-που ωστόσο δεν εμφανίζεται στη Φύση- ώστε να υποψιάζεται ότι οι μεντελιστές τοποθετούσαν τους οργανισμούς των οποίων ο φαινότυπος ήταν οριακός, σε εκείνες τις φαινοτυπικές τάξεις που επαλήθευαν τις αναμενόμενες φαινοτυπικές αναλογίες. Εν κατακλείδι, δυσπιστούσε ότι τα πολύπλοκα βιολογικά φαινόμενα μπορούν να τυποποιηθούν στη μορφή μαθηματικών σχέσεων, όπως τα ασυγκρίτως απλούστερα, φυσικοχημικά.

Όμως, μπορεί εύλογα να αναρωτηθείτε: Τι σχέση έχουν οι ενστάσεις του Morgan για τον μεντελισμό και τη χρωμοσωμική θεωρία με την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας της Γενετικής, μετά ή άνευ της διδασκαλίας του “δρόμου του Morgan προς τη Δαμασκό”; Η απάντηση λοιπόν είναι, πως χωρίς την αντιστοίχιση του γενετικού φαινομένου-δηλαδή του τρόπου με τον οποίο κληρονομείται ο περίεργος χαρακτήρας των λευκών ματιών-με το κυτταρολογικό φαινόμενο-δηλαδή τη συμπεριφορά των χρωμοσώματων-όντως ο μεντελισμός αποτελεί έναν φορμαλισμό που από μόνος του, δεν εδραιώνει την ισχύ της χρωμοσωμικής θεωρίας και τη σωματιδιακή υπόσταση των κληρονομικών παραγόντων.

Και μ’ αυτά και μ΄αυτά, ήρθε ή ώρα και για το τελευταίο. Αφού η συσχέτιση της συμπεριφοράς των παραγόντων του Μέντελ με τη συμπεριφορά των χρωμοσωμάτων ήταν τόσο καθοριστική για τη στροφή που έκανε ο Morgan, γιατί το παρόν άρθρο-δύο παραγράφους παραπάνω-υπονοεί πως η στροφή δεν ήταν απόλυτη, αφού ο μεγάλος επιστήμονας “ως έναν βαθμό” αποδέχτηκε ό,τι προηγουμένως απέρριπτε; Ας πούμε λοιπόν πρώτα, ότι οι επιφυλάξεις του για την ύπαρξη του γονιδίου ακόμη και το 1915-οπότε συνέγραψε με τους τρεις μαθητές του τον “Μηχανισμό της Μεντελικής Κληρονομικότητας“-δεν είχαν πλήρως καμφθεί· στο βιβλίο δεν αναφέρεται, ούτε μια φορά ο όρος “γονίδιο“, κι αντ’ αυτού προτιμά να γράφει: “παράγοντας του Μέντελ“. Αλλά και το 1919 στο βιβλίο του: “Η Φυσική Βάση της Κληρονομικότητας” και το 1926 στο βιβλίο του: “Η θεωρία του γονιδίου” οι ρητές αναφορές στον όρο “γονίδιο” σπανίζουν και στην ερμηνεία των διαφόρων φαινομένων δεσπόζουν τα χρωμοσώματα. Φαίνεται λοιπόν πως η ισχύς των επιστημονικών προκαταλήψεων-εν προκειμένω της αμφιβολίας για την υπόσταση του γονιδίου-είναι μεγάλη και επίμονη, ακόμη και σε επιστήμονες του μεγέθους του Morgan. Μπορούμε πάντως να συναγάγουμε, πως αυτές οι επιφυλάξεις ήρθησαν, χάρη στο έργο ενός μαθητή του, του H. J. Muller και ενός μαθητή, μαθητή του, του George Beadle-είχε θητεύσει στο εργαστήριο του Sturtevant- πoυ άνοιξε το καινούργια κεφάλαιο της Μοριακής, και πέραν πάσης αμφιβολίας, σωματιαδικής Γενετικής.

Comments are closed.